Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 161, Ιούλιος - Αύγουστος 2016

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

Αρχαία Θέατρα. Πηγή Ζωής και Γνώσης!

 

Το θέμα σε κείμενο

Η λέξη θέατρο προέρχεται από τα αρχαία ελληνικά και σήμαινε αρχικά σύνολο θεατών, ενώ αργότερα η ονομασία επικράτησε για τον τόπο των παραστάσεων με το σύνολο των κτισμάτων του. Στην αρχαία Ελλάδα, θεωρούνταν η πιο σημαντική μορφή τέχνης, αφού συνδύαζε την ποίηση, τη μουσική, το χορό και τη δραματουργία. Το αρχαίο ελληνικό θέατρο ως αρχιτεκτόνημα είναι μια υπαίθρια αμφιθεατρική κατασκευή ημικυκλικής κάτοψης γύρω από μια κυκλική πλατεία. Χρησίμευε για θρησκευτικές τελετουργίες, αγώνες μουσικής και ποίησης, θεατρικές παραστάσεις, συνελεύσεις του Δήμου ή της Βουλής της πόλης-κράτους, ακόμα και ως αγορά. Τρία ήταν τα βασικά μέρη του αρχαίου θεάτρου: Το κυρίως θέατρον ή κοίλον, το μέρος που προοριζόταν για τους θεατές. Η ορχήστρα, ο κυκλικός ή ημικυκλικός χώρος όπου ωρχείτο ο χορός. Η σκηνή, ο χώρος των υποκριτών. Το Ασφαλιστικό ΝΑΙ επέλεξε να παρουσιάσει 4 θέατρα, το Ηρώδειο, το θέατρο της Επιδαύρου, το θέατρο Δωδώνης και το θέατρο της Μεσσήνης, συμβάλλοντας στην προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

 

ΩΔΕΙΟ ΤΟΥ ΗΡΩΔΗ ΤΟΥ ΑΤΤΙΚΟΥ

Το περίφημο Ωδείο του Ηρώδη του Αττικού δεσπόζει στο δυτικό άκρο της νότιας κλιτύος της Ακρόπολης. Ήταν το τρίτο που κατασκευάστηκε στην αρχαία Αθήνα, μετά το ωδείο του Περικλή, επίσης στη νότια κλιτύ (5ος αι. π.Χ.) και το ωδείο του Αγρίππα στην Αρχαία Αγορά (15 π.Χ.). Οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια του 2ου αι. μ.Χ., με χρήματα που προσέφερε ο Τιβέριος Κλαύδιος Αττικός Ηρώδης, γνωστός γόνος μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας και ευεργέτης, σε ανάμνηση της συζύγου του Ρήγιλλας, που πέθανε το 160 μ.Χ. Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία της κατασκευής του, αλλά είναι σίγουρο ότι αυτό συνέβη ανάμεσα στη χρονολογία θανάτου της Ρήγιλλας και το 174 μ.Χ., χρονολογία της επίσκεψης στην Αθήνα του περιηγητή Παυσανία, ο οποίος αναφέρεται στο μνημείο με ιδιαίτερο θαυμασμό.

Το ωδείο, που χρησιμοποιήθηκε κυρίως για μουσικές εκδηλώσεις, ήταν στεγασμένο και είχε συνολική χωρητικότητα 5.000 ατόμων. Αποτελoύσε στιβαρή κατασκευή, της οποίας, όμως, η τοιχοποιία δεν ήταν συμπαγής. Πωρολιθικές λιθόπλινθοι διαμόρφωναν τις δύο όψεις των τοίχων, ενώ το εσωτερικό ήταν γεμισμένο με ακατέργαστους λίθους. Το κοίλο ήταν ημικυκλικού σχήματος, με διάμετρο 76 μ., και είχε λαξευθεί στο βράχο. Με έναν ενδιάμεσο διάδρομο, πλάτους 1,20 μ., χωριζόταν σε δύο διαζώματα, τα οποία αριθμούσαν 32 σειρές εδωλίων, κατασκευασμένων από μάρμαρο. Ο ανώτερος διάδρομος του κοίλου πιθανότατα διαμορφωνόταν σε περιμετρική στοά. Η ορχήστρα, διαμέτρου 19 μ., είχε επίσης ημικυκλικό σχήμα και ήταν στρωμένη με πλάκες από μάρμαρο. Η σκηνή ήταν υπερυψωμένη και ο τοίχος της, που έχει σωθεί σε ύψος 28 μ., διαρθρωνόταν σε τρεις ορόφους. Στο ανώτερο τμήμα του υπήρχαν αψιδωτά ανοίγματα και στο κατώτερο τρίστυλες προστάσεις και κόγχες, στις οποίες τοποθετούνταν αγάλματα, σύμφωνα με την παράδοση που ακολουθούσαν τα ρωμαϊκά θέατρα. Εκατέρωθεν της σκηνής υπήρχαν κλίμακες, που οδηγούσαν στο άνω διάζωμα του κοίλου. Μπροστά από τον εξωτερικό τοίχο της σκηνής διαμορφωνόταν μία στοά, το μετασκήνιο. Ψηφιδωτά δάπεδα με γεωμετρικά και γραμμικά μοτίβα κάλυπταν τις εισόδους των κλιμακοστασίων και του μετασκηνίου. Η κατασκευή του μνημείου ήταν ιδιαίτερα δαπανηρή, γεγονός που επισημαίνεται και από αρχαίες μαρτυρίες, που κάνουν λόγο κυρίως για το ξύλο κέδρου που είχε χρησιμοποιηθεί για τη στέγη. Η στέγαση του κοίλου του ωδείου, με ακτίνα μήκους 38 μ., φαίνεται ότι δεν έφερε εσωτερικά στηρίγματα, αφού δεν έχουν σωθεί ίχνη τους και αυτή η διαμόρφωση παραμένει, ακόμη και για τη σημερινή εποχή, κατασκευαστικό επίτευγμα. Στην ανατολική του πλευρά το ωδείο επικοινωνούσε με τη στοά του Ευμένη, στεγασμένο οικοδόμημα που είχε κατασκευασθεί περίπου τρεις αιώνες νωρίτερα, από τον βασιλιά της Περγάμου Ευμένη (197-159 π.Χ.).

Το ωδείο καταστράφηκε το 267 μ.Χ. από την επιδρομή των Ερούλων, οι οποίοι έκαψαν και κατέστρεψαν πολλά οικοδομήματα της αρχαίας Αθήνας, και δεν ανοικοδομήθηκε ποτέ, όπως συνέβη σε άλλα αρχαία κτίσματα που είχαν υποστεί καταστροφές. Στα μεταγενέστερα χρόνια το ωδείο εντάχθηκε στην οχύρωση της πόλης της Αθήνας. Ο νότιος τοίχος του ενσωματώθηκε στο υστερορωμαϊκό τείχος, που ανοικοδομήθηκε τον 3ο αι. μ.Χ., ενώ και κατά το 13ο αιώνα ο ψηλός τοίχος της σκηνής ενσωματώθηκε στο τείχος που περιέβαλε τη βάση του λόφου της Ακρόπολης, το λεγόμενο Ριζόκαστρο. Το 14ο αιώνα οι επιχώσεις που κάλυπταν το κατώτερο τμήμα του νότιου τοίχου του μνημείου ήταν τέτοιου πάχους ώστε να μη διακρίνονται οι είσοδοι και να χαρακτηριστεί ως γέφυρα από τον Niccolo da Martini, Ιταλό περιηγητή. Από το ωδείο εισέβαλαν στην Ακρόπολη το 1826 ο Κ. Φαβιέρος, ο Γάλλος φιλέλληνας στρατηγός, και οι στρατιώτες του κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τους Τούρκους, ανεφοδιάζοντας τους πολιορκούμενους Έλληνες με τρόφιμα και πυρίτιδα. Οι ανασκαφές στο χώρο του μνημείου πραγματοποιήθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα από την Αρχαιολογική Εταιρεία και τον αρχαιολόγο Κ. Πιττάκη, και απομάκρυναν μεγάλους όγκους χώματος. Το μνημείο αναστηλώθηκε την περίοδο 1952-1953 με μάρμαρο Διονύσου και από το 1957 χρησιμοποιείται για τη διεξαγωγή καλλιτεχνικών εκδηλώσεων (συναυλίες, παραστάσεις αρχαίου δράματος κ.τ.λ.) κυρίως στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.

 

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ

Από τα πιο σημαντικά μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας είναι το περίφημο θέατρο στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, το τελειότερο και διασημότερο μνημείο του είδους, που συνδυάζει την τέλεια ακουστική, την κομψότητα και τις συμμετρικές αναλογίες, χαρακτηριστικά που εξαίρει ήδη από το 2ο αι. μ.Χ. ο περιηγητής Παυσανίας. Κατασκευάστηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού, και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Σε αυτό τελούνταν οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων, κάθε τέσσερα χρόνια την άνοιξη, μετά τα Ίσθμια, καθώς και άλλες παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στη λατρεία του Ασκληπιού. Σύμφωνα με τον Παυσανία, το θέατρο είναι έργο του Πολύκλειτου του Νεότερου, του αρχιτέκτονα που είχε κτίσει τη θόλο στο ίδιο ιερό, σχεδόν πενήντα χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, την άποψη αυτή δεν συμμερίζονται σήμερα όλοι οι μελετητές και, σύμφωνα με μερικούς, ο δημιουργός του μνημείου παραμένει άγνωστος.

Το κοίλο του θεάτρου είναι κτισμένο στην πλαγιά του λόφου με ασβεστόλιθους και στα άκρα του στηρίζεται με πώρινους τοίχους. Η οικοδόμησή του έγινε σε δύο φάσεις. Αρχικά υπήρχε μόνο το κάτω διάζωμα, χωρητικότητας περίπου 8.000 θεατών, ενώ στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. προστέθηκε το ανώτερο τμήμα, το «επιθέατρον» και η χωρητικότητα του θεάτρου αυξήθηκε σε 13.000 - 14.000 θεατές. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου, που κτίστηκε αρχικά, από το νεότερο. Το κατώτερο μέρος έχει 34 σειρές εδωλίων, που με 13 ακτινωτές κλίμακες διαιρούνται σε 12 ίσες κερκίδες, ενώ το ανώτερο αποτελείται από 21 σειρές εδωλίων, και με 12 επί πλέον ακτινωτές κλίμακες, κάθε κερκίδα του διαιρείται στα δύο. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος, καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Η ορχήστρα έχει σχήμα τέλειου κύκλου με διάμετρο 20 μ. και στο κέντρο της σώζεται η βάση για το βωμό του Διόνυσου, τη θυμέλη. Η εξαίσια αρμονία του θεάτρου οφείλεται στο μοναδικό του σχεδιασμό, βασισμένο σε κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για τη χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων, από την οποία προκύπτει το ιδιαίτερο ωοειδές σχήμα του κοίλου: το πρώτο, στο κέντρο της ορχήστρας για τη χάραξη των κεντρικών κερκίδων, και τα άλλα δύο σε ίση απόσταση από αυτό, για τη χάραξη των ακριανών κερκίδων, της αριστερής και της δεξιάς αντίστοιχα. Με το τέχνασμα αυτό, όπως και με άλλα, π.χ. το λάξευμα κοιλοτήτων στη βάση των εδωλίων, ο αρχιτέκτονας βελτίωσε την απορρόφηση ή την αντανάκλαση των ηχητικών κυμάτων. Το σκηνικό οικοδόμημα, που ήλθε στο φως ερειπωμένο, ήταν κτισμένο με πωρόλιθους και περιλάμβανε το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, μία στην πρόσοψη του προσκηνίου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες, και μία δεύτερη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. το οικοδόμημα διαμορφώθηκε ώστε να προσαρμοστεί στις λειτουργικές αλλαγές, που ήθελαν τους ηθοποιούς να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλαδή στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σε αυτό. Η μία πλευρά κλείστηκε, ενώ στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχθηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για τη διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν. Κατά τη Ρωμαιοκρατία το θέατρο διατήρησε τα ίδια χαρακτηριστικά, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.

Το μνημείο, αν και σκεπασμένο από επίχωση, παρέμεινε ορατό στο πέρασμα των αιώνων. Αποκαλύφθηκε πλήρως με τις ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Από το 1988, τη συντήρησή του ανέλαβε η Ομάδα Εργασίας Επιδαύρου. Είχαν προηγηθεί αναστηλωτικές εργασίες το 1907 στη δυτική πάροδο και τον παράπλευρο αναλημματικό τοίχο και τα έτη 1954-1963 από την τότε Διεύθυνση Αναστηλώσεως του υπουργείου Παιδείας, με την αναδιάταξη και στερέωση εδωλίων και την ανακατασκευή αναλημματικών τοίχων. Από το 1954, το θέατρο χρησιμοποιείται κάθε καλοκαίρι για τις εκδηλώσεις των Επιδαυρίων, που περιλαμβάνουν κυρίως παραστάσεις αρχαίου δράματος και αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά γεγονότα στον κόσμο.

 

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΔΩΔΩΝΗΣ

Το θέατρο της Δωδώνης είναι από τα μεγαλύτερα και καλύτερα σωζόμενα αρχαία ελληνικά θέατρα, με χωρητικότητα περίπου 18.000 ατόμων. Αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του ιερού της Δωδώνης και για τον επισκέπτη, που έφθανε από το νότο, ήταν το εμφανέστερο μνημείο, που δέσποζε στο χώρο με τις καμπύλες επιφάνειες και τους επιβλητικούς αναλημματικούς τοίχους του. Κατασκευάστηκε τον 3ο π.Χ. αιώνα, στο πλαίσιο του φιλόδοξου οικοδομικού προγράμματος που πραγματοποίησε ο Πύρρος, βασιλιάς της Ηπείρου, προκειμένου να αναμορφώσει το πανελλήνιο ιερό και να του δώσει μνημειακό χαρακτήρα.

Το τεράστιο κοίλο του θεάτρου διαμορφώθηκε σε φυσική κοιλότητα στους πρόποδες του όρους Τόμαρος. Επειδή ήταν μεγαλύτερο σε διαστάσεις, δημιουργήθηκε επίχωση, την οποία συγκρατούσαν αναλημματικοί τοίχοι, κτισμένοι κατά το ισοδομικό σύστημα και ενισχυμένοι με έξι πύργους, που προσδίδουν στην πρόσοψη του θεάτρου μνημειακό χαρακτήρα. Οι δύο πλησιέστεροι προς την ορχήστρα πύργοι ήταν μεγαλύτεροι από τους άλλους, καθώς χρησίμευαν και ως κλίμακες για την άνοδο των θεατών στο άνω διάζωμα. Το κοίλο χωριζόταν με τέσσερις οριζόντιους διαδρόμους σε τρία τμήματα (19 σειρές εδωλίων το κάτω, 15 το μεσαίο και 21 το επάνω) και με δέκα κλίμακες σε εννέα κερκίδες. Η κατώτερη σειρά εδωλίων ήταν η λεγόμενη προεδρία, είχε λίθινα καθίσματα και προοριζόταν για τα επίσημα ή τιμώμενα πρόσωπα. Η πρόσβαση των θεατών στο κοίλο γινόταν με μεγάλες κλίμακες, που ξεκινούσαν από τις παρόδους, και η αποχώρησή τους από πλατιά έξοδο στην κορυφή της κεντρικής κερκίδας. Η ορχήστρα δεν αποτελούσε ολόκληρο κύκλο και είχε διάμετρο 18,70 μ. Στο κέντρο της ένας λαξευμένος βράχος αποτελούσε τη βάση του βωμού του Διονύσου, της θυμέλης. Η σκηνή του θεάτρου ήταν διώροφο, ορθογώνιο κτήριο με ισοδομική τοιχοποιία και διαστάσεις 31,20 x 9,10 μ. Στις άκρες του υπήρχαν δύο τετράγωνες αίθουσες, τα παρασκήνια, και μεταξύ αυτών τέσσερις πεσσοί. Στη νότια και βόρεια πλευρά της σκηνής διαμορφώθηκαν δωρικές στοές, οι οποίες περιέβαλλαν το δρόμο που οδηγούσε προς το ιερό, ενώ στο ανατολικό και δυτικό άκρο υπήρχαν οι πάροδοι, από τις οποίες εισέρχονταν οι θεατές και οι ηθοποιοί στην ορχήστρα.

Μετά την καταστροφή του ιερού της Δωδώνης από τους Αιτωλούς, το 219 π.Χ., το θέατρο, όπως και τα άλλα οικοδομήματα του ιερού, επανακατασκευάστηκαν, ενώ στα χρόνια του Αυγούστου, τον 1ο αι. π.Χ., το μνημείο διαμορφώθηκε σε αρένα. Αφαιρέθηκαν οι πρώτες σειρές εδωλίων και κτίστηκε ένας τοίχος ύψους 2,80 μ. για την προστασία των θεατών από τα άγρια ζώα, ενώ η ορχήστρα και η σκηνή καλύφθηκαν με επιχώσεις ύψους 0,50 μ. Η αρένα έφθανε μέχρι τη σκηνή και είχε ωοειδές σχήμα. Σε δύο τριγωνικά δωμάτια, που σχηματίστηκαν από τον τοίχο προστασίας και τον τοίχο της σκηνής, φυλάσσονταν τα άγρια ζώα. Το θέατρο διατηρήθηκε με αυτή τη μορφή έως τα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., οπότε και σταμάτησε να λειτουργεί.

Το μνημείο ανασκάφηκε αρχικά από τον αρχαιολόγο Κ. Καραπάνο, το 1875-1878. Αργότερα, ερεύνησαν το χώρο ο καθηγητής αρχαιολογίας Δ. Ευαγγελίδης με τον Σ. Δάκαρη (19291932), οι οποίοι συνέχισαν την ανασκαφική τους δραστηριότητα μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμβάλλοντας και στην αναστήλωση του θεάτρου.

 

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΗΣ

Το Θέατρο της Μεσσήνης, για το οποίο μόνον έμμεση μνεία γίνεται από τον Παυσανία (4.32.6), αποκαλύφθηκε Β.Δ. του Ασκληπιείου και 50 μ. δυτικά της Αγοράς. Κατασκευάστηκε τον 3ο - 2ο αι. π.Χ. και είναι από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας. Το πλάτος του φτάνει τα 98,60 μ., και η διάμετρος της ορχήστρας του τα 23,46 μ. Χρησιμοποιείτο για ψυχαγωγία των πολιτών, αλλά και για συγκεντρώσεις πολιτικού χαρακτήρα, όπως μαρτυρούν τα επιγραφικά ευρήματα.

Στους Ρωμαϊκούς Αυτοκρατορικούς χρόνους (1ος2ος αι. μ.Χ.) έλαβε τη σημερινή του μορφή μετά από ριζικές μετατροπές, που έγιναν στο κοίλο και στη σκηνή της Ελληνιστικής περιόδου. Η εκτεταμένη καταστροφή του κοίλου οφείλεται κυρίως στους κατοίκους του οικισμού της Πρωτοβυζαντινής και Βυζαντινής εποχής, οι οποίοι μετέτρεψαν το θέατρο σε "λατομείο" αποκομίζοντας οικοδομικό υλικό, για τις ανάγκες τόσο του οικισμού όσο και της γειτονικής Βασιλικής.

Το κοίλον του Θεάτρου εδράζεται σε επίχωση, που συγκρατείται από ισχυρό ημικυκλικό ανάλημμα, το δυτικό τμήμα του οποίου διατηρείται σε καλή κατάσταση. Το ανάλημμα, κτισμένο από ογκώδεις λιθοπλίνθους, έχει ίδια μορφή με τις οχυρώσεις, τις πύλες και τους πύργους της πόλης, και ανά 20 μέτρα περίπου έφερε εντυπωσιακές οξυκόρυφες πυλίδες με εσωτερικά κλιμακοστάσια, που οδηγούσαν στο επάνω διάζωμα. Από εκεί ξεκινούσαν κλιμακοστάσια καθόδου, που κατέληγαν στην ορχήστρα, ορίζοντας και τις κερκίδες του οικοδομήματος. Μεγάλη λίθινη εξωτερική σκάλα στη Β.Δ. καμπύλη του αναλήμματος οδηγεί στο επάνω διάζωμα, τονίζοντας τις αρχιτεκτονικές ιδιομορφίες του κτίσματος.

Στα χρόνια των Ρωμαίων αυτοκρατόρων Αυγούστου και Τιβερίου (1ος αι. μ.Χ.) η σκηνή και το προσκήνιο αντικαταστάθηκαν εκ θεμελίων. Νέες επισκευές και τροποποιήσεις πραγματοποιήθηκαν με οικονομική χορηγία της πανίσχυρης μεσσηνιακής οικογένειας των Σαιθιδών, γύρω στα μέσα του 2ου αι. μ.Χ.

Η ρωμαϊκή σκηνή διατηρείται αρκετά καλά. Η πρόσοψή της κατασκευάστηκε πολυώροφη (τουλάχιστον τριώροφη) με θύρες, αψίδες και κόγχες. Λευκοί και πολύχρωμοι αράβδωτοι κίονες από μάρμαρο αλλά και από γρανίτη χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό αυτόν. Η κιονοστοιχία της κάτω σειράς είχε επίστεψη από κορινθιακά κιονόκρανα, ενώ στις ανώτερες είχαν τοποθετηθεί κιονόκρανα ιωνικά και αιγυπτιάζοντα.

Τα στοιχεία αυτά του Θεάτρου της Μεσσήνης προοιωνίζονται τα κολοσσιαία θέατρα και αμφιθέατρα των ρωμαϊκών χρόνων. Το ισόγειο τμήμα της σκηνής αποτελείται από κεντρική ημικυκλική κόγχη, και από δύο ορθογώνιες, δεξιά και αριστερά της. Σε κάθε κόγχη υπήρχαν δύο βάθρα για την ανίδρυση έξι συνολικά μαρμάρινων αγαλμάτων ευεργετών και άλλων προσώπων. Στις μικρότερες κόγχες των επάνω ορόφων της σκηνής είχαν τοποθετηθεί αγάλματα, ενώ ανδριάντες πνευματικών ανδρών και ευεργετών είχαν στηθεί και γύρω στην ορχήστρα του κτίσματος.

Το Θέατρο της Μεσσήνης φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε ήδη στα τέλη του 3ου με αρχές του 4ου αι. μ.Χ. Τούτο συμπεραίνεται από τη χρήση λιθοπλίνθων του αναλήμματος του κοίλου στην τελευταία οικοδομική φάση της Κρήνης Αρσινόης, η οποία ανάγεται στους χρόνους του Διοκλητιανού (284 - 305 μ.Χ.).

 

Τις πληροφορίες για τα αρχαία θέατρα και το φωτογραφικό υλικό τις αντλήσαμε από το Υπουργείο Πολιτισμού -κόμβος Οδυσσέας- Δήμο Δωδώνης και το Αρχείο του Εθνικού Θεάτρου.

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος