Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 162, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2016

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

 

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

Απόκρυφη Ιστορία - Κ.Π.Καβάφης

 

Το θέμα σε κείμενο

Το σπουδαιότερο μέσο που έχει ο Καβάφης, είναι η αίσθηση της ιστορίας, έχει γράψει ο νομπελίστας ποιητής Γιώργος Σεφέρης και είναι κοινός τόπος πως ο Αλεξανδρινός ποιητής έχει μετατρέψει την ιστορία σε ποίηση. Μάλιστα ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καβάφης χαρακτηρίζει τον εαυτό του ιστορικό ποιητή. «Εγώ είμαι ποιητής ιστορικός» έχει γράψει χαρακτηριστικά ο Καβάφης και το βιβλίο «Απόκρυφη Ιστορία» που επιμελήθηκε ο καθηγητής Στέφανος Γερουλάνος, αποσπάσματα του οποίου παρουσιάζει το Ασφαλιστικό ΝΑΙ, είναι ένα πρωτότυπο πόνημα, όπου ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να πλοηγηθεί σε ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα στο χρόνο, με πυξίδα την ιδιότυπη ποίηση του Καβάφη και με την εικαστική παρέμβαση των παραστάσεων που έχουν αποτυπωθεί στις επιφάνειες των νομισμάτων. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ.

 

Η Ποίηση του Καβάφη και ο θαυμαστός κόσμος των νομισμάτων

Έχουν περάσει περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια, από τότε που ο φίλος Στέφανος Γερουλάνος μου εκμυστηρεύτηκε την ιδέα του να προχωρήσει στην έκδοση βιβλίου, όπου τα ιστορικά ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη θα συνοδεύονταν από εικόνες νομισμάτων, σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου η αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου κα Βασιλική Πέννα. “Δεν ήταν βέβαια μια απλή σκέψη”, τονίζει η κα Πέννα. “Γρήγορα διαπίστωσα από το ήρεμο πάθος με το οποίο έστηνε την επιχειρηματολογία του και δείχνοντάς μου την προεργασία που ήδη είχε εκπονήσει –αμέτρητες σελίδες σημειώσεων, φωτογραφίες και διαφάνειες νομισμάτων– ότι επρόκειτο για μία πρωτότυπη εργασία που ξέφευγε από τις συνήθεις αναλύσεις των ειδικών για την ποίηση του Καβάφη”. “Μια ευαίσθητη προσωπικότητα σαν τον Καβάφη”, μου είπε, “πρέπει να έψαξε να δει την απεικόνιση των προσώπων που περιγράφει, σε μια προσπάθεια ιχνηλάτησης του χαρακτήρα και της σκέψης τους”. Αυτή η άποψη συμπλήρωνε κατά κάποιον τρόπο τα λόγια του Robert Liddell, του Άγγλου βιογράφου του ποιητή: “Στα καλύτερα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη θα βρούμε γενικά την αναδημιουργία μιας ατμόσφαιρας, ή την ποιητική ανάπτυξη ενός χαρακτήρα από μία ή δύο σειρές ενός αρχαίου κειμένου, ή την εξαγωγή κάποιου συμπεράσματος, με βάση ένα πρόσωπο πάνω σε νομίσματα…”.

Στην παρούσα έκδοση, ο κόσμος της ποίησης και ο κόσμος των νομισμάτων ενώνονται για να σκιαγραφήσουν με το δικό τους τρόπο τη σκέψη και την προσωπικότητα του Καβάφη. Πρόκειται για μία σκέψη που θέλησε να αποκαλύψει ανθρώπινες αδυναμίες, που θέλησε να αποτυπώσει τις διάφορες νότες της καθημερινής ζωής, της απελπισίας, του πόνου, της μελαγχολίας και κυρίως του ήσυχου και ατομικού ηρωισμού. Ο Καβάφης προσπάθησε να αναστήσει δευτερεύοντα πρόσωπα και συμβάντα, να τα κάνει διαχρονικά και επομένως επίκαιρα. Οι ιστορικές αναπολήσεις, η αναθύμηση και η ανάπλαση στιγμών του παρελθόντος του Ελληνισμού, αλλά και οι αναφορές όχι ιδιαίτερα σε ήρωες, αλλά σε αντιήρωες, αποκτούν στα ποιήματα του μεγάλου “ελληνικού” ποιητή διαχρονική οικουμενικότητα και αγγίζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Ο κόσμος της ποίησης του Καβάφη είναι ένας κόσμος χωρίς κανέναν φανερό επικό ή λυρικό χαρακτήρα. Είναι ένας κόσμος που υπήρξε και υπάρχει ακόμη, το απόσταγμα της ατομικής περιπέτειας και των μικρών ή μεγάλων φάσεων από τις λεπτομέρειες της Ιστορίας. Είναι ένας κόσμος που ένα μέρος του είναι σύγχρονο και το άλλο, το μεγαλύτερο, είναι αποταμιευμένο στα πολύτιμα ιστορικά συγγράμματα, στα εκθέματα των μουσείων και σε όσα άλλα πολύτιμα κειμήλια κρατούν έκτυπη τη μνήμη και την αίγλη των ελληνικών περασμένων. Ο ίδιος γράφει σε κάποιο από τα προσωπικά του σημειώματα: “Αισθάνομαι έκτακτην ικανότητα μέσα μου. ΄Έχω μια πεποίθηση που αν ήθελα θα μπορούσα να γίνω ένας μεγάλος ιατρός ή δικηγόρος ή οικονομολόγος, ή και μηχανικός. Θα εχρειαζόμην όμως δύο ιδιότητες. Να κάνω ποιήματα και να γράφω Ιστορία. Ιστορία δεν έγραψα, κι είναι αργά πλέον. Τώρα θα πήτε: Πώς ξέρω ότι θα μπορούσα να γράψω Ιστορία; Το καταλαβαίνω. Κάνω το πείραμα και ρωτώ τον εαυτόν μου: Καβάφη, μπορείς να γράψεις μυθιστόρημα; Δέκα φωνές μου φωνάζουν όχι. Κάνω πάλι το ίδιο ερώτημα: Καβάφη, μπορείς να γράψεις θέατρο; Είκοσι πέντε φωνές μου φωνάζουν πάλι όχι. Κάνω και τρίτη φορά το ερώτημα: Καβάφη, μπορείς να γράψεις ιστορία; Εκατόν είκοσι πέντε φωνές μου λένε μπορείς να γράψεις”.

Τα νομίσματα, παρά τη λακωνικότητα των επιμέρους στοιχείων που περιέχουν και παρά το μικρό τους μέγεθος, αποτελούν πινακοθήκη των μορφών επιφανών θνητών και των αθάνατων κυρίων του ουράνιου Πανθέου. Ο ποιητής Καβάφης, κάτοικος της Αλεξάνδρειας, οπωσδήποτε είχε την ευκαιρία να δει και να επεξεργαστεί στα τοπικά μουσεία, αλλά και σε ιδιωτικές συλλογές, νομίσματα διαφόρων εποχών και να αποτυπώσει τις εικόνες και τις φυσιογνωμίες των ηρώων του. Αυτό γίνεται ακόμη σαφέστερο στο στίχο από το γνωστό ποίημα “Φιλέλλην”: “την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει…”. Με τον ίδιο τρόπο, ο αναγνώστης της παρούσας έκδοσης θα μπορέσει, διαβάζοντας τους στίχους και παρατηρώντας τα νομίσματα που τους συνοδεύουν, να εντρυφήσει στους παράξενους ποιητικούς μύθους του ποιητή, να γνωρίσει από κοντά τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, να κατανοήσει με το δικό του τρόπο την ιδιοσυγκρασία και το χαρακτήρα τους και κυρίως να οριοθετήσει την προσωπική του αντίληψη για τις νοητικές προεκτάσεις της ποιητικής έκφρασης του Καβάφη. Η συνάντηση με ιστορικές φυσιογνωμίες Ελλήνων τριών εποχών, ηγεμόνες και ηγεμονίσκους της Ελληνιστικής περιόδου, Έλληνες της χριστιανικής πια εποχής που αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στον παλαιό και τον καινούργιο τρόπο ζωής, Βυζαντινούς αυτοκράτορες και άρχοντες, θα δώσει επίσης στον αναγνώστη τη δυνατότητα για μια ευχάριστη και εμπεριστατωμένη επισκόπηση της ιστορίας του Ελληνισμού. Ένα ανοιχτό βιβλίο Απόκρυφης Ιστορίας, ένα πρωτότυπο πόνημα, όπου ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να πλοηγηθεί σε ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα στο χρόνο, με πυξίδα την ιδιότυπη ποίηση του Αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη και με την εικαστική παρέμβαση των παραστάσεων που έχουν αποτυπωθεί στις επιφάνειες των νομισμάτων, υπογραμμίζει στην εισαγωγή του βιβλίου η κα Βασιλική Πέννα.

 

Πραγματικά αριστουργήματα

Ήταν 23 Ιουλίου 1997, το ταξίδι στην Ανατολή είχε τελειώσει, μια ιδέα όμως είχε γεννηθεί. Τα πορτρέτα των ιστορικών προσώπων στα ποιήματα του Καβάφη είχαν βγει απ’ την κολυμπήθρα της αφάνειας. Από εκεί και πέρα τα πράγματα ήταν εύκολα, τονίζεται στον πρόλογο του βιβλίου. Μέσα σε 100 περίπου ιστορικά ποιήματα του Καβάφη κρύβονταν γύρω στα 150 πρόσωπα, χαραγμένα πάνω σε νομίσματα με τέτοια τελειότητα, που ακόμα και σήμερα θα ήταν δύσκολο να αποτυπωθούν έτσι πάνω στο χρυσό και το ασήμι. Πραγματικά αριστουργήματα.

Κάποια στιγμή όμως, τα πράγματα δυσκόλεψαν. Άρχισαν να βγαίνουν άγνωστα ονόματα. Ποιος ήταν ο Ζαβίνας; Ποιος ήταν ο Γρυπός; Το χειρουργικό νυστέρι του Γραικού δε τους είχε συναντήσει. Χρειάστηκε να επιστρατευθούν ο Σαββίδης, ο Ντελόπουλος και πολλοί άλλοι. Έψαξε εδώ, έψαξε εκεί σε διάφορα σοφά ή μη βιβλία. Κάτι έβρισκε, συχνά όμως δεν ήταν αυτό που ήθελε.

Ο Τιγράνης Β’ ο Μέγας, που έχτισε τα Τιγρανόκερτα, ήταν εύκολος: Βρέθηκε αμέσως η προσωπογραφία του πάνω σε νόμισμα, αλλά εκείνος ο Οροφέρνης; Ήταν παρών σε όλα τα βιβλία, μα σοβαρός και σκυθρωπός. Ο Καβάφης όμως μας τον περιγράφει αλλιώς:

Αυτός που εις το τετράδραχμο επάνω μοιάζει σαν να χαμογελά το πρόσωπό του, το έμορφο λεπτό του πρόσωπο, αυτός είν’ ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Παντού λεπτό και έμορφο το πρόσωπό του, αλλά χαμογελαστό δεν ήταν πουθενά. Κάποια στιγμή βρέθηκαν κάτι φύλλα του Σβορώνου, τυπωμένα το 1898 από τη Βιβλιοθήκη Μαρασλή. Και να που εδώ ο Οροφέρνης μοιάζει σαν να χαμογελά. Δίπλα η πίσω πλευρά του νομίσματος πιστοποιεί ότι ήταν αυτός που έψαχνε: ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΟΡΟΦΕΡΝΟΥΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ. Είναι συγκλονιστικό το συναίσθημα να συνειδητοποιείς ότι “αυτό” ήταν το νόμισμα που είδε και εμπνεύστηκε ο Καβάφης. Βρέθηκε στην Πριήνη της Ιωνίας, δίπλα στη Μίλητο, εκεί όπου είχαν στείλει τον Οροφέρνη, μικρό παιδί, εξορία.

 

Η ζωή του Καβάφη

Το σπουδαιότερο μέσο που έχει ο Καβάφης, είναι η αίσθηση της Ιστορίας.

Η ιστορία, η σημερινή και η αλλοτινή έχει γίνει ένα με την ευαισθησία του.

Γ. Σεφέρης. 

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το 1863. Ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί του μεγαλέμπορου Πέτρου Ι. Καβάφη και της Χαρίκλειας Φωτιάδη, και οι δύο από γνωστές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης. Το 1872, δύο χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα του, η οικογένεια, αποτελούμενη πια από τη μητέρα και τα επτά εν ζωή παιδιά, εγκαταστάθηκε στο Λίβερπουλ της Αγγλίας για περισσότερο από έξι χρόνια. Εκεί, ο Κωνσταντίνος τελειοποίησε τα αγγλικά του και άρχισε να μελετά την αγγλική λογοτεχνία. Η οικονομική κατάρρευση τον ανάγκασε να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, μαζί με τη μητέρα και τα αδέλφια του. Φοίτησε στο Λύκειον “Ερμής”. Με την καθοδήγηση του διευθυντή του Λυκείου και φωτισμένου παιδαγωγού Κων. Παπαζή, στράφηκε στη συστηματική μελέτη των γραμμάτων και ιδιαίτερα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της ιστορίας.

Το 1882 εκδηλώθηκε στην Αίγυπτο πατριωτικό κίνημα. Η Αλεξάνδρεια βομβαρδίστηκε από το βρετανικό στόλο. Στην πυρκαγιά που επακολούθησε, το σπίτι των Καβάφηδων κάηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Η οικογένεια ζήτησε καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, στο σπίτι του παππού Γεωργάκη Φωτιάδη, εμπόρου διαμαντιών. Ο νεαρός Κωνσταντίνος ήρθε σε επαφή με τη ζωή και την πνευματική κίνηση της μεγάλης πόλης και ιδιαίτερα του Πατριαρχείου, με το οποίο ο παππούς του διατηρούσε στενές σχέσεις. Συνέχισε τη μελέτη των αρχαίων, συμπληρώνοντάς την πια με σπουδή της βυζαντινής γραμματείας και ιστορίας των ακριτικών επών και της δημοτικής ποίησης. Ταυτόχρονα μελέτησε νεοέλληνες και ξένους συγγραφείς.

Μετά τις περιπλανήσεις αυτές, εγκαταστάθηκε οριστικά πια στην Αλεξάνδρεια. Για λίγο καιρό έμεινε άνεργος. Το 1892 προσλήφθηκε στην Υπηρεσία Αρδεύσεων του αιγυπτιακού υπουργείου Δημοσίων Έργων, από όπου τελικά αποσύρθηκε το 1922.

Στο ίδιο διάστημα πραγματοποίησε σημαντικά ταξίδια στη Γαλλία και την Αγγλία. Την Ελλάδα επισκέφθηκε τρεις φορές. Έχοντας προσβληθεί από καρκίνο του λάρυγγα, ήρθε τέταρτη φορά στην Αθήνα το 1932 για θεραπεία. 

[Από την εισαγωγή του Δ. Λέκκα]


Το ιστορικό έργο του Καβάφη

Διό και φιλοσοφώτερον και σπουδαιότερον ποίησις ιστορίας εστίν

Αριστοτέλης, Ποιητική

Το επίσημο ώριμο ποιητικό έργο του Καβάφη περιλαμβάνει 154 ποιήματα. Σε αυτό έρχονται να προστεθούν τα 83 ανέκδοτα ή κρυμμένα ποιήματα, που δεν εκδόθηκαν ποτέ από τον ίδιο και που είχαν καταχωνιαστεί ή στο αρχείο του ποιητή ή σε χαρτιά φίλων και συγγενών. Δημοσιεύθηκαν από τον Γ.Π. Σαββίδη το 1968 και το 1993. Πέραν αυτών, έρχονται τα 30 ανολοκλήρωτα ποιήματα, τα λεγόμενα ατελή, που δούλευε μέχρι το τέλος της ζωής του και που μετά από μακροχρόνια επεξεργασία δημοσίευσε το 1988 η Renata Lavagnini. Πρόκειται για μία αποκάλυψη ποιημάτων που, αν και “ατελή”, παραμένουν μνημεία του ελληνικού λόγου. Σε αυτά προστίθενται και τα 27 “αποκηρυγμένα” ποιήματα: είναι της εποχής που ο ποιητής δεν είχε γλωσσικά τελείως κατασταλάξει. Τα δημοσίευσε και αργότερα, επειδή δεν τον ικανοποιούσαν, τα αποκήρυξε πλήρως. Όταν όμως μεταφραστούν σε μια ξένη γλώσσα και δεν ενοχλεί η διαφορετική έκφραση, βγαίνει η βασική ιδέα πολύ πιο ανάγλυφη.

Ο Καβάφης έχει δώσει νέα διάσταση του βιωμένου χρόνου, έχει μετατρέψει την ιστορία σε ποίηση. Παρελαύνει εμπρός μας όλη η ιστορία της Ελλάδας που χάθηκε. Ο ποιητής εξιστορεί όλες τις χαμένες ευκαιρίες, περιγράφει τις στιγμές των μεγάλων αποτυχιών και βάζει το δάχτυλο στον τύπο των ήλων, στα γιατί, στις διαχρονικές αδυναμίες της φυλής μας. Αναφέρεται στις σφοδρές διαμάχες των ξακουστών και στον αδύναμο απόηχο των μικρών ονομάτων της Ιστορίας. Δεν τον νοιάζουν οι βεβαιωμένες νίκες, αλλά οι κρυμμένες ήττες. Δεν τον συγκινούν οι ανδραγαθίες, αλλά οι πληγές. Σε γενικές γραμμές, η θεματογραφία του περιστρέφεται γύρω από τις περιόδους παρακμής. Βγάζει ελπίδα μέσα από τη μιζέρια της παρακμής. Ακόμα και στις μεγάλες στιγμές του Έθνους, δεν τον συγκινεί η επιτυχία, αλλά η μικροψυχία του πρωταγωνιστή ή του άγνωστου συναγωνιστή.

Τα έργα του Καβάφη συνήθως χωρίζονται, ανάλογα με το περιεχόμενο, σε τρεις ενότητες: τα ιστορικά, τα διδακτικά και τα αισθησιακά. Ο διαχωρισμός δεν είναι πάντα εύκολος, γιατί συχνά στα ιστορικά ποιήματα υπάρχουν παραινέσεις με μεγάλη διαχρονική δύναμη και τεράστιο ηθικό ύψος. Το ίδιο ισχύει και για τα διδακτικά, όπως π.χ. το “Ιθάκη” ή το “Θερμοπύλες”.

 

Μνήμη

Δεν αποθνήσκουν οι θεοί.
Η πίστις αποθνήσκει του αχαρίστου όχλου των θνητών.

Είν’ οι θεοί αθάνατοι.
Από τα βλέμματά μας τους κρύπτουσι νεφέλαι αργυραί.

'Ω Θεσσαλία ιερά, Σε αγαπώσιν έτι,
Σε ενθυμούνται αι ψυχαί αυτών.
Εν τοις θεοίς, ως εν ημίν, ανθούσιν αναμνήσεις, της πρώτης των αγάπης οι παλμοί.
Ότε ερών το λυκαυγές φιλεί την Θεσσαλίαν, σφρίγος από τον βίον των θεών περνά την ατμοσφαίραν της·
και κάποτ’ αιθερία μορφή επί των λόφων της πετά.

 

Στο ποίημα αυτό ο ποιητής εννοεί σίγουρα τους θεούς του Ολύμπου, που κατέβαιναν νωρίς το πρωί με το λυκαυγές στην πεδιάδα της Θεσσαλίας πριν αρχίσουν οποιαδήποτε δουλειά τους. Μεταφορικά θα μπορούσε όμως να αναφέρεται σε οποιοδήποτε θεό.

 

Τρώες

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων· 
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι παίρνουμ’ επάνω μας·
κι αρχίζουμε νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας βγαίνει
και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει. –

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, 
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει, 
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται· 
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει· 
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία.
Επάνω, στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

 

Το ποίημα αντικατοπτρίζει τη θέση του Καβάφη, όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη του Ελληνικού έθνους, που μόλις είχε βγει από την καταστροφή του 1897.

 

Ιθάκη

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους
σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

 

Aντιπροσωπεύει μια διαφορετική Οδύσσεια, έτσι όπως την βλέπει ο ποιητής. Είναι ένα από τα μεγαλουργήματα της νεοελληνικής ποίησης και το πιο γνωστό και το πιο δημοφιλές ποίημα του Καβάφη.

 

Θερμοπύλες

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.
Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ’ οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.

 

Ιστορικά αναφέρεται στη διάβαση των Περσών από τις Θερμοπύλες το 480 π.Χ.

 

Η Σατραπεία

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε·
την Aγορά, το Θέατρο, και τους
Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

 

Ιστορικά ο ποιητής αναφέρεται μάλλον στον Αρταξέρξη και τον Θεμιστοκλή.

 

Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)
Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη!
Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,
να παύσει την ταπείνωσι που απ’ τον καιρό της μάχης
της Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.
Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,
με τους στρατούς της, με τους στόλους της,
με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.
Υπέφερε, πικραίνονταν στην Pώμη
σαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,
της νεολαίας των μεγάλων οίκων,
μες σ’ όλην την λεπτότητα και την ευγένεια
που έδειχναν σ’ αυτόν, του βασιλέως
Σελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό—
σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφή
ολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες·
που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,
για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.
Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυε
που όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι·
ιδού που έχει θέλησιν αυτός·
θ’ αγωνισθεί, θα κάμει, θ’ ανυψώσει.
Aρκεί να βρει έναν τρόπο στην Aνατολή να φθάσει,
να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία—
κι όλην αυτήν την δύναμι που έχει
μες στην ψυχή του, όλην την ορμήν
αυτή θα μεταδώσει στον λαό.
Ά στην Συρία μονάχα να βρεθεί!
Έτσι μικρός απ’ την πατρίδα έφυγε
που αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.
Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντα
σαν κάτι ιερό που προσκυνώντας το πλησιάζεις,
σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμα
ελληνικών πόλεων και λιμένων.—
Και τώρα;
ώΤρα απελπισία και καϋμός.
Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Pώμη.
Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείες
που έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.
Aδιάφορον: επάσχισεν αυτός,
όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.
Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,
ένα μονάχα λογαριάζει πια
με υπερηφάνειαν· που, κι εν τη αποτυχία του,
την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.
Τ’ άλλα— ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.
Aυτή η Συρία— σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,
αυτή είν’ η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.

 

Ιστορικά τοποθετείται στην εποχή της βασιλείας του Δημητρίου Α Σωτήρος 162-150 π.Χ.

 

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος