«Ούτε γαρ ιατροί ήρκουν το πρώτον θεραπεύοντες αγνοία, αλλ’ αυτοί μάλιστα έθνησκον όσω και μάλιστα προσήεσαν, ούτε άλλη ανθρωπεία τέχνη ουδεμία…» (Θουκυδίδης, Ιστορία)

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 184, Ιούνιος- Ιούλιος 2020

 NAI 184 sel10 11

NAI 184 sel12 13

 

Το θέμα σε κείμενο 

 

Γράφει ο Ευάγγελος Γ. Σπύρου, εκδότης του «Ασφαλιστικού ΝΑΙ»

 

«Γιατί, ούτε οι γιατροί μπορούσαν να προσφέρουν πολλά εξαιτίας της άγνοιας της φύσης της αρρώστιας, καθώς την αντιμετώπισαν για πρώτη φορά -ίσα ίσα, η θνησιμότητα ανάμεσά τους ήταν και η μεγαλύτερη, καθόσον αυτοί κυρίως έρχονταν σε επαφή με τους αρρώστους-, ούτε και καμιά άλλη ανθρώπινη τέχνη μπορούσε να προσφέρει κάποια βοήθεια».

Αυτά έγραφε μεταξύ άλλων ο Θουκυδίδης το 430 π.Χ. Όταν, τις μέρες που ήρθε ο κορωνοϊός στην Αθήνα και κλειστήκαμε στα σπίτια μας, πήρα να διαβάσω για τον λοιμό (πανδημία) που εμφανίστηκε στην Αθήνα την εποχή του Περικλέους, όπως την περιγράφει ο ιστορικός Θουκυδίδης στο βιβλίο β’ του Πελοποννησιακού Πολέμου, μεταξύ Σπαρτιατών και Αθηναίων, συγκλονίστηκα και από την περιγραφή, αλλά και από την ομοιότητα εκείνης της εποχής με τη σημερινή της πανδημίας!

Όσα γράφει ο Θουκυδίδης θυμίζουν τα δελτία ειδήσεων του 2020 και τις ανακοινώσεις του καθηγητή Τσιόδρα.

Η πανδημία (λοιμός) εμφανίστηκε στην Αθήνα το 430 π.Χ., όταν συμπληρώθηκε ο πρώτος χρόνος του Πολέμου Πελοποννησίων, με επικεφαλής τον βασιλιά Αρχίδαμο, και Αθηναίων, με επικεφαλής των Περικλή, ο οποίος πριν από λίγο είχε εκφωνήσει τον περίφημο Επιτάφιο Λόγο του Περικλή περί Δημοκρατίας, με αφορμή την ταφή των πρώτων νεκρών του πολέμου.

Διάλεξα από τις Εκδόσεις Ζήτρος (Πλάτωνος 2, 54631, Θεσσαλονίκη) και μετάφραση κειμένου Αθ. Ι. Γιαγκόπουλου-Θ.Π. Τσιόγκα:

«Δεν είχαν περάσει ακόμη πολλές μέρες, αφότου ήρθαν οι Πελοποννήσιοι στην Αττική, και άρχισε να εμφανίζεται για πρώτη φορά η νόσος μεταξύ των Αθηναίων. Λένε ότι προηγουμένως είχε ενσκήψει σε πολλά μέρη και στη Λήμνο και σε άλλες περιοχές˙ πουθενά όμως δεν αναφέρεται να έχει γίνει τόσο μεγάλη εξάπλωση της επιδημίας και τόσο μεγάλη απώλεια ανθρώπινων ζωών. Γιατί ούτε οι γιατροί μπορούσαν να προσφέρουν πολλά εξαιτίας της άγνοιας της φύσης της αρρώστιας, καθώς την αντιμετώπιζαν για πρώτη φορά -ίσα ίσα η θνησιμότητα ανάμεσά τους ήταν και η μεγαλύτερη, καθόσον αυτοί κυρίως έρχονταν σε επαφή με τους αρρώστους- ούτε και καμία άλλη ανθρώπινη τέχνη μπορούσε να προσφέρει κάποια βοήθεια. Και όσες ικεσίες έκαναν σε ναούς και προσφυγές στα μαντεία και τα παρόμοια, ήταν όλα ανώφελα˙  τελικά, καταβεβλημένοι από το κακό, τα παράτησαν και αυτά.

Η αρρώστια άρχισε, όπως λένε, από την Αιθιοπία, πέρα από την Αίγυπτο, και στη συνέχεια κατέβηκε στην Αίγυπτο και στη Λιβύη και ξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας του Μ. Βασιλιά. Στην πόλη της Αθήνας ενέσκηψε ξαφνικά και προσέβαλε πρώτα τους κατοίκους του Πειραιά˙ γι’ αυτό και έλεγαν οι κάτοικοι εκεί ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίξει δηλητήριο στις δεξαμενές τους˙ γιατί δεν υπήρχαν ακόμη εκεί βρύσες. Στη συνέχεια εξαπλώθηκε και στην άνω πόλη και από τότε η θνησιμότητα έλαβε μεγάλες διαστάσεις. Ο καθένας, είτε γιατρός είτε άσχετος με την ιατρική, μπορεί, κατά την άποψή του, να μιλήσει από τι είναι πιθανό να προκλήθηκε και να παραθέσει τις αιτίες μιας τόσο μεγάλης μεταβολής, ικανές κατά τη γνώμη του να μπορούν να αλλάξουν τις κανονικές συνθήκες. Εγώ όμως, που και ο ίδιος αρρώστησα και είδα με τα μάτια μου άλλους να υποφέρουν, θα αναφέρω ποια ήταν η πραγματική πορεία της νόσου και θα περιγράψω τα συμπτώματα που αν τα εξετάσει κανείς, θα μπορέσει με πολύ καλές γνώσεις εκ των προτέρων να κάνει τη διάγνωσή της, σε περίπτωση που κάποτε ενδέχεται να ενσκήψει και πάλι.

Η χρονιά εκείνη, κατά κοινή ομολογία, έτυχε να είναι τελείως απαλλαγμένη από άλλες αρρώστιες, αλλά, αν κάποιος ήταν ήδη άρρωστος από άλλη ασθένεια, όλες κατέληγαν στο λοιμό.

Στις άλλες περιπτώσεις χωρίς κανένα λόγο αλλά ξαφνικά, ενώ οι άνθρωποι ήταν υγιείς, ανέβαζαν στην αρχή μεγάλη θερμοκρασία στο κεφάλι, εκδήλωναν κοκκινίλα και φλόγωση στα μάτια˙ τα εσωτερικά μέρη του στόματος, τόσο ο φάρυγγας όσο και η γλώσσα, γίνονταν αμέσως κατακόκκινα και απέπνεαν αφύσικη και δυσώδη οσμή.

Μετά από αυτά ακολουθούσε φτάρνισμα και βραχνάδα και ύστερα από λίγο η αδιαθεσία κατέβαινε στο στήθος με ισχυρό βήχα. Και κάθε φορά που κατέληγε στο στομάχι, το ανακάτευε και ακολουθούσαν έμετοι χολής όλων των ειδών, όσους έχουν κατονομάσει οι γιατροί, συνοδευόμενοι και αυτοί από μεγάλη ταλαιπωρία.

Στους περισσότερους ερχόταν αναγούλα χωρίς έμετο, που προκαλούσε ισχυρούς σπασμούς, οι οποίοι άλλοτε υποχωρούσαν αμέσως, άλλοτε ύστερα από πολλήν ώρα. Το σώμα εξωτερικά, όταν κανείς το άγγιζε, δεν ήταν πολύ ζεστό, ούτε ωχρό, αλλά ελαφρά κοκκινωπό, πελιδνό, ανοιγμένο σε μικρές φλύκταινες και έλκη. Εσωτερικά, όμως, είχε τόση λαύρα, που οι άρρωστοι δεν ανέχονταν να ρίξουν επάνω τους ούτε και τα πιο λεπτά ρούχα και σεντόνια ούτε και τίποτε άλλο, αλλά ήθελαν να είναι γυμνοί, και με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση θα έπεφταν σε κρύο νερό. Πράγματι, πολλοί από αυτούς που είχαν μείνει χωρίς φροντίδα, έπεφταν μέσα στις δεξαμενές, γιατί βασανίζονταν από ακατάπαυστη δίψα, αφού το ίδιο αποτέλεσμα είχε είτε έπιναν λίγο είτε πολύ. Η ανησυχία και η αϋπνία τους βασάνιζε μέρα-νύχτα. Όσο η αρρώστια βρισκόταν σε έξαρση, ο άρρωστος δεν καταβαλλόταν σωματικά, αλλά κατά περίεργο τρόπο άντεχαν στην ταλαιπωρία, ώστε οι περισσότεροι, όταν πέθαιναν την ένατη ή έβδομη ημέρα από εσωτερικό πυρετό, διατηρούσαν ακόμη κάποιες δυνάμεις˙ ή, αν ξεπερνούσαν την κρίση, καθώς η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά, προκαλώντας εκεί οξύ έλκος, και η ακατάπαυστη διάρροια που επακολουθούσε, στο τελικό αυτό στάδιο οι περισσότεροι πέθαιναν από εξάντληση εξαιτίας της διάρροιας.

Γιατί το κακό, που αρχικά είχε τη ρίζα του στο κεφάλι, άρχιζε από πάνω και περνούσε όλο το σώμα, και αν κάποιος γλίτωνε από τα χειρότερα, το λιγότερο που είχε να πάθει ήταν να τον χτυπήσει στα άκρα, αφήνοντας τα σημάδια του. Χτυπούσε δηλαδή στα γεννητικά όργανα και στα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών˙ πολλοί γλίτωναν χάνοντας μόνο αυτά, αν και μερικοί έχαναν και τα μάτια τους. Άλλοι πάλι, μετά την ανάρρωση, καταλαμβάνονταν από αμνησία για όλα χωρίς εξαίρεση, με αποτέλεσμα να μην αναγνωρίζουν ούτε τον εαυτό τους ούτε τους δικούς τους. Πράγματι, το είδος της αρρώστιας υπερβαίνει κάθε δυνατότητα περιγραφής. Η σφοδρότητα με την οποία γενικά πρόσβαλλε τον καθένα ήταν μεγαλύτερη από αυτήν που θα μπορούσε να αντέξει ανθρώπινος οργανισμός, και ότι η αρρώστια αυτή ήταν κάτι διαφορετικό από τις συνήθεις, φάνηκε ολοκάθαρα από το εξής: τα όρνια και τα τετράποδα ζώα που τρώνε ανθρώπινα πτώματα, που πολλά κείτονταν άταφα, ή δεν τα πλησίαζαν ή, αν δοκίμαζαν, ψοφούσαν. Και να η απόδειξη˙ τα όρνια αυτού του είδους εξαφανίστηκαν εντελώς και δεν τα έβλεπε κανείς ούτε αλλού πουθενά ούτε γύρω από πτώματα. Τα σκυλιά, εξάλλου, επειδή ζουν μαζί με τους ανθρώπους, έδιναν καλύτερη ευκαιρία αντίληψης του αποτελέσματος.

Τέτοια λοιπόν ήταν σε γενικές γραμμές η φύση της αρρώστιας, μολονότι έχω παραλείψει να αναφέρω πολλά από ασυνήθη συμπτώματα, πώς δηλαδή τύχαινε να προσβάλλει τον καθένα με τρόπο διαφορετικό τον έναν από τον άλλον. Εκείνο τον καιρό καμιά άλλη αρρώστια από τις συνήθεις δεν  παρενοχλούσε τους ανθρώπους, αλλά, αν εμφανιζόταν καμία, κατέληγε στο λοιμό. Πέθαιναν άλλοι από έλλειψη φροντίδας, άλλοι πάλι μολονότι είχαν πολύ μεγάλη περιποίηση. Και δεν βρέθηκε κανένα, μπορώ να πω, φάρμακο, που, αν τους το έδιναν, θα μπορούσε να φέρει κάποιο αποτέλεσμα, αφού αυτό που ωφελούσε τον έναν έβλαπτε τον άλλον. Κανένας οργανισμός, είτε ισχυρός είτε αδύνατος, όπως αποδείχτηκε στην πορεία, δεν ήταν από μόνος του ικανός να αντιπαλαίσει προς την αρρώστια αυτή, αλλά τους εξόντωνε όλους ανεξαιρέτως, ακόμη και εκείνους που υποβάλλονταν σε κάθε είδους ιατρική φροντίδα. Το πιο φοβερό της όλης αρρώστιας ήταν η απόγνωση, μόλις κάποιος συνειδητοποιούσε ότι είχε προσβληθεί από τη νόσο -γιατί, μη έχοντας οι άνθρωποι ψυχικά αποθέματα, απελπίζονταν αμέσως, πράγμα που συντελούσε πολύ περισσότερο στο να αφεθούν στην τύχη, και δεν άντεχαν- και το γεγονός ότι φροντίζοντας ο ένας τον άλλον μολύνονταν και πέθαιναν σαν τα πρόβατα˙ και αυτό ακριβώς ήταν που προκαλούσε τις περισσότερες απώλειες. Γιατί είτε απέφευγαν να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον από το φόβο της μόλυνσης και πέθαιναν αβοήθητοι -γι’ αυτό πολλά σπίτια έμειναν άδεια από έλλειψη ανθρώπου που θα τους φρόντιζε- είτε τους επισκέπτονταν και πέθαιναν, ιδιαίτερα εκείνοι που έκαναν κάπως τον γενναίο. Γιατί γι’ αυτούς ήταν θέμα τιμής να επισκέπτονται τους φίλους τους και δεν λογάριαζαν τον εαυτό τους, αφού και οι συγγενείς, νικημένοι τελικά από το μεγάλο κακό, δεν είχαν το κουράγιο ούτε να τους κλάψουν.

Ωστόσο, όσοι είχαν αναρρώσει, ένιωθαν περισσότερο οίκτο για τον ετοιμοθάνατο και τον άρρωστο, γιατί γνώριζαν από πριν περί τίνος πρόκειται, και οι ίδιοι δεν φοβούνταν πια, επειδή η αρρώστια δεν χτυπούσε δύο φορές το ίδιο άτομο, τουλάχιστον σε σημείο ώστε τη δεύτερη φορά να επιφέρει το μοιραίο. Όλοι οι άλλοι τους μακάριζαν και οι ίδιοι μέσα στη μεγάλη χαρά της στιγμής έτρεφαν μια μάταιη ελπίδα ότι και στο μέλλον δεν θα πέθαιναν πια ούτε από άλλη αρρώστια.

Εκτός από τη συμφορά που τους είχε βρει, εκείνο που τους ταλαιπώρησε περισσότερο ήταν η συγκέντρωση του πληθυσμού από την ύπαιθρο μέσα στην πόλη˙ ιδιαίτερα μάλιστα ταλαιπώρησε όσους είχαν έρθει από έξω. Γιατί, καθώς δεν υπήρχαν διαθέσιμα σπίτια και αναγκάζονταν να ζουν σε καλύβες αποπνικτικές στην κάψα του καλοκαιριού, οι θάνατοι επέρχονταν μέσα σε πλήρη αταξία. Ανθρώπινα κουφάρια κείτονταν το ένα πάνω στο άλλο, όπως ήταν όταν οι άνθρωποι πέθαιναν, και μισοπεθαμένοι κυλιόντουσαν στους δρόμους και κοντά σε όλες τις βρύσες από την επιθυμία για νερό. Εξάλλου, και οι ιεροί χώροι στους οποίους είχαν καταλύσει, ήταν γεμάτοι από νεκρούς, αφού οι άνθρωποι πέθαιναν εκεί μέσα. Το κακό είχε λάβει τέτοιες διαστάσεις, ώστε οι άνθρωποι, μη ξέροντας τι θα απογίνουν, αδιαφορούσαν αδιακρίτως για ιερά και όσια. Τα σχετικά με τις ταφές έθιμα που τηρούσαν ως τότε είχαν διαταραχθεί όλα και ο καθένας έθαβε τους δικούς του όπως μπορούσε. Πολλοί μάλιστα, επειδή προηγουμένως είχαν πεθάνει πολλοί δικοί τους ο ένας μετά τον άλλον και δεν διέθεταν τα απαραίτητα για την ταφή, κατέφυγαν σε τρόπους ταφής που ηθικά τους μείωναν˙ έβαζαν δηλαδή πάνω σε ξένες πυρές τον δικό τους νεκρό, προλαβαίνοντας εκείνους που τις είχαν ετοιμάσει, και έβαζαν κρυφά φωτιά˙ άλλοι πάλι, την ώρα που καιγόταν άλλος νεκρός, έριχναν πάνω σ’ αυτόν όποιον κουβαλούσαν και έφευγαν.

Ο λοιμός έδωσε στην πόλη την πρώτη αφορμή παρανομίας σε μεγαλύτερο βαθμό και από άλλη άποψη. Κάποιοι, δηλαδή, όσα προηγουμένως δεν εκδήλωναν τις προθέσεις τους να κάνουν για προσωπική ευχαρίστηση, τώρα το αποτολμούσαν πιο εύκολα, γιατί έβλεπαν ότι ήταν γρήγορη η αλλαγή της τύχης τόσο αυτών που ήταν πλούσιοι και πέθαιναν ξαφνικά όσο και εκείνων που προηγουμένως δεν είχαν τίποτε και σε μια στιγμή αποκτούσαν τις περιουσίες των άλλων. Γι’ αυτό, έκριναν ότι δικαιούνταν να απολαύσουν γρήγορα ό,τι θα τους οδηγούσε στην ευχαρίστηση, γιατί θεωρούσαν εξίσου εφήμερα τόσο τη ζωή όσο και τα χρήματα. Κανένας δεν ήταν πρόθυμος να υποστεί και άλλες ταλαιπωρίες για ό,τι θεωρούσε έντιμο, γιατί πίστευε ότι ήταν αμφίβολο αν θα επιζούσε πριν το κατορθώσει. Αντίθετα, ό,τι ήταν προς στιγμήν ευχάριστο και οτιδήποτε, καλό ή άσχημο, οδηγούσε σ’ αυτό, κατάντησε να θεωρείται ωραίο και χρήσιμο. Κανένας νόμος θεών ή ανθρώπων δεν στεκόταν εμπόδιο˙ γιατί από τη μια έκριναν ότι σεβασμός και ασέβεια ήταν το ίδιο πράγμα, αφού έβλεπαν ότι όλοι χάνονταν με τον ίδιο τρόπο, από την άλλη κανείς δεν πίστευε ότι θα ζούσε ως την ημέρα της δίκης και ότι θα τιμωρούνταν για τα κακουργήματά του˙ αντίθετα, πίστευαν ότι η τιμωρία που τους είχε ήδη επιβληθεί και κρεμόταν πάνω από το κεφάλι τους ήταν πολύ μεγαλύτερη και ότι, πριν πέσει επάνω τους, ήταν φυσικό να απολαύσουν κάτι από τη ζωή.

Σε τέτοια λοιπόν συμφορά είχαν πέσει οι Αθηναίοι και ταλαιπωρούνταν, αφού μέσα στην πόλη οι άνθρωποι πέθαιναν και η γη τους έξω ερημωνόταν. Μέσα στη δυστυχία τους θυμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό, και τον ακόλουθο στίχο, που οι γεροντότεροι έλεγαν ότι είχε απαγγελθεί πολύ καιρό πριν: “Θα έρθει Δωρικός πόλεμος και λοιμός μαζί μ’ αυτόν”.

Δημιουργήθηκε λοιπόν διαφωνία μεταξύ των ανθρώπων ότι στον στίχο αυτόν δεν είχε αναφερθεί από τους παλαιότερους η λέξη λοιμός, επιδημία, αλλά λιμός, πείνα˙ υπό τις παρούσες όμως συνθήκες επικράτησε φυσικά η γνώμη ότι είχε αναφερθεί η λέξη λοιμός˙ γιατί οι άνθρωποι προσάρμοζαν τις αναμνήσεις προς τα παθήματά τους. Αν, όμως, τους βρει κάποτε ένας άλλος Δωρικός πόλεμος μετά τον σημερινό και συμβεί να επέλθει λιμός, πείνα, θα απαγγέλλουν, φαντάζομαι, πιθανόν έτσι, δηλαδή “λιμός αμ’ αυτώ”.

Θυμήθηκαν επίσης, όσοι το γνώριζαν, και τον χρησμό που είχε δοθεί στους Λακεδαιμονίους, όταν, σε ερώτησή τους προς τον θεό αν έπρεπε να πολεμήσουν με όλες τους τις δυνάμεις, θα νικήσουν και ότι θα τους βοηθήσει και ο ίδιος. Όσον αφορά λοιπόν τον παλαιό χρησμό, κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι τα γεγονότα συμφωνούσαν με αυτόν˙ και η αρρώστια, άλλωστε, ενέσκηψε αμέσως μετά την εισβολή των Πελοποννησίων. Στην Πελοπόννησο βέβαια δεν επεκτάθηκε σε βαθμό που αξίζει να αναφερθεί. Θέρισε όμως κυρίως τον πληθυσμό της Αθήνας και στη συνέχεια τα πιο πυκνοκατοικημένα μέρη. Αυτά ήταν τα όσα συνέβησαν την περίοδο της επιδημίας».

Επανεμφάνιση του λοιμού στην Αθήνα

Τον επόμενο χειμώνα ο λοιμός χτύπησε για δεύτερη φορά τους Αθηναίους, αν και δεν είχε εκλείψει ποτέ εντελώς, αλλά απλώς είχε παρουσιάσει κάποιαν ύφεση. Αυτή τη φορά διήρκεσε σχεδόν ένα χρόνο, ενώ την πρώτη δύο ολόκληρα χρόνια, με αποτέλεσμα τίποτε άλλο να μην ταλαιπωρήσει τόσο τους Αθηναίους τουλάχιστον και να μη μειώσει τη στρατιωτική τους ισχύ όσο η αρρώστια αυτή. Πράγματι, από τους μάχιμους άνδρες πέθαναν σχεδόν τέσσερις χιλιάδες τετρακόσιοι οπλίτες και τριακόσιοι ιππείς, ενώ από τον πολύ λαό ο αριθμός των νεκρών είναι ανεξακρίβωτος. Συνέπεσε να γίνουν και πολλοί σεισμοί σε Αθήνα, Εύβοια και Βοιωτία, ιδιαίτερα στον Βοιωτικό Ορχομενό».

Ο Θουκυδίδης γεννήθηκε το 460 π.Χ., με ρίζες βασιλικής οικογένειας στη Θράκη, από πατέρα που είχε το όνομα Όλορος, ίδιο με του βασιλιά της Θράκης, την κόρη του οποίου, Ηγησιπύλη, είχε νυμφευθεί ο Μιλτιάδης, ο νικητής του Μαραθώνα. Η Ηγησιπύλη λέγεται ότι ήταν το όνομα της μητέρας του. Το όνομά του ελληνικό και ο ίδιος Αθηναίος πολίτης από τον Δήμο Αλίμου. Του ανατέθηκε η διοίκηση ναυτικής μοίρας Βορείου Αιγαίου και όταν απέτυχε να σώσει την Αμφίπολη, τιμωρήθηκε με εξορία. Αρρώστησε στον λοιμό και περιέγραψε τα συμπτώματα. Τον επηρέασαν οι σοφιστές, οι δημοκρατικοί, τα βιβλία Ιατρικής του Ιπποκράτη και ο Δημόκριτος. Ταξίδεψε στα μέρη για τα οποία περιέγραψε ιστορικά γεγονότα. Προσέφερε γνώση, πολιτική πείρα και ιστορία.

Οι σύγχρονοι Έλληνες έχουν πολλά να μάθουν από την Ιστορία του Θουκυδίδη.

 

Μάιος 2020,
Ευάγγελος Γ. Σπύρου, εκδότης «ΝΑΙ»