Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 160, Μάιος - Ιούνιος 2016

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

Ελλάδα Πατρίδα του φωτός

 

Το θέμα σε κείμενο

Ο Σωκράτης στο Πλατωνικό έργο "Μενέξενος" μας ταξιδεύει στη βαθύτερη έννοια της λέξεως πατρίδα και εμβαθύνοντας μέσω των λόγων του καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι πατρίδα (γη των πατέρων) δεν είναι απλά η γη στην οποία πέρασαν τη ζωή τους οι πρόγονοι μας, αλλά η γη με την οποία γίναμε ένα σε κάθε επίπεδο. Η έννοια όμως της λέξης "πατρίδα" μένει αναλλοίωτη διαχρονικά και αποτυπώνεται σε ένα ξεχωριστό βιβλίο «Η Ελλάδα Πατρίδα του Φωτός» του Νίκου Δεσύλλα από τις εκδόσεις Μίλητος αποσπάσματα του οποίου παρουσιάζει σε αυτό το τεύχος το Ασφαλιστικό Ναι. Την έκδοση προλογίζουν ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Θάνος Βερέμης ,ο δημοσιογράφος ο κ. Νίκος Βατόπουλος και ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών κ. Θανάσης Βαλτινός. Στην αρχή,  πατρίδα είναι η αγκαλιά της µητέρας, αργότερα το παιδικό δωµάτιο, το σπίτι, ο δρόµος, η οικειότητα των σχέσεων, με τα χρόνια, η πατρίδα γίνεται ιδέα, γίνεται εικόνα, γεννά συναισθήµατα που ορίζουν τη δική µας ταυτότητα και µας αυτοπροσδιορίζουν µέσα από την αναγνώριση του περιβάλλοντος σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Νίκος Βατόπουλος. Αυτή είναι μια διαδρομή ευφρόσυνη με πρωταγωνιστές το φως και το χρώμα τονίζει ο κ. Θανάσης Βαλτινός, σημειώνοντας ότι φωτογράφος δεν αποστρέφει το µάτι από αυτό τα σηµάδια. Τα αγνοεί απλώς, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του σε ό,τι δυνάµει συγκροτεί την αλήθεια αυτού του τόπου. Ασχολίες αρχαϊκές που βρίσκονται στη βάση της ζωής. Η επιστροφή από τους αγρούς, το καθάρισµα του σταριού πριν από το άλεσµα, το κάψιµο του φούρνου. Γραµµ ές λιτές, αυστηροί όγκοι, καµπύλες βράχων, καµπύλες τρούλων εκκλησιών, που αιφνιδιάζουν µε τον γήινο αισθησιασµό τους. Αυτός ο αέναος ερωτικόςδιάλογος. Η πέτρα και η στάλα της υποµονής που την τρυπάει... Κάθε έθνος αποκτά τα διακριτικά του στοιχεία και ξεχωρίζει χάρη σε κάποια ιδιαιτερότητα που πηγάζει από την ιστορία του σημειώνει ο κ.Θάνος Βερέμης.

 

ΜΙΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Από τον Θάνο Βερέμη

Κάθε έθνος αποκτά τα διακριτικά του στοιχεία και ξεχωρίζει χάρη σε κάποια ιδιαιτερότητα που πηγάζει από την ιστορία του. Η Ελλάδα σχηµατίστηκε ως κράτος το 1830, αλλά µέχρι τότε διατηρούσε συνεχώς µια γλωσσική παράδοση, που χρονολογείται από τη Μυκηναϊκή Γραµµ ική Β' (1500 π.Χ.) και διαδόθηκε στην Εγγύς Ανατολή από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η µετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους εβδοµήντα ελληνίζοντες Εβραίους τον 9ο π.Χ. αι. στην αλεξανδρινή «κοινή», αποτέλεσε, κατά τον μεγάλο γλωσσολόγο του Πανεπιστηµίου Birmingham, George Thomson, την αρχή της νέας ελληνικής γλωσσικής παράδοσης.

Ακόµα και σήµερα ένα εκκλησίασµα, µε τις βασικές γνώσεις της γλώσσας, είναι σε θέση να παρακολουθήσει χωρίς κόπο τη λειτουργία στη γλώσσα των Ευαγγελίων. Τρεις από τους τέσσερις εξάλλου Ευαγγελιστές, έγραψαν τα ευαγγέλια στην ελληνική για να καταστήσουν τους ελληνόφωνους, του γνωστού τότε κόσµου, κοινωνούς του λόγου του Χριστού. Η Ορθοδοξία και η πρωτεύουσα της ανατολικής Ρωµαϊκής Αυτοκρατορίας έγιναν η κιβωτός της ελληνικής ως γλώσσας της εκκλησίας.

Η νεότερη Ελλάδα δεν κληρονόµησε µόνο την ευθύνη µιας µεγάλης πολιτισµικής παράδοσης, αλλά ανέλαβε και την επανασυγκρότηση της επικρατείας των αρχαίων της προκατόχων. Μολονότι ο αλυτρωτισµός του 19ου αιώνα δεν ήταν ελληνική εφεύρεση, η παρουσία µνηµείων του ένδοξου παρελθόντος αποτέλεσε καθοριστικό στοιχείο στη διαµόρφωση του ελληνικού µεγαλοϊδεατισµού, και δεσµευτική υπόµνηση για όσους χάραζαν την ελληνική εξωτερική πολιτική. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα η ελληνική επικράτεια µεγάλωνε διαρκώς. Μέσα σε πενήντα χρόνια (1830 - 1881) προστέθηκαν στο Μοριά, τη Ρούµελη και τις Κυκλάδες, τα Ιόνια, ο σιτοβολώνας της Θεσσαλίας και η Άρτα. Κατά τους Βαλκανικούς Πολέµους (1912-13) η Ελλάδα απέκτησε την Κρήτη, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Στο συνέδριο των νικητών του Πρώτου Παγκοσµίου Πολέµου, το 1919, που είναι γνωστό ως Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι, ολόκληρη η Θράκη περιήλθε στην Ελλάδα.

Η Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922, έφερε, σε µια χώρα μόλις πέντε εκατοµµυρίων, ενάµισι περίπου εκατοµµ ύριο πρόσφυγες. Με τη συνθήκη της Λωζάννης, το 1923, καθορίστηκαν τα ελληνοτουρκικά σύνορα και επιβλήθηκε η ανταλλαγή των πληθυσµών ανάµεσα στις δύο χώρες. Η τελευταία επέκταση των συνόρων της Ελλάδας πραγµατοποιήθηκε στο Συνέδριο των Παρισίων του 1947, µε την προσάρτηση της Δωδεκανήσου. Η γεωπολιτική σηµασία της Ελλάδας την κατέστησε σύµµαχο της θαλάσσιας δύναµης που από τα µέσα του δεκάτου αιώνα κυριαρχούσε στην ανατολική Μεσόγειο. Η σχέση των ελληνικών κυβερνήσεων µε τη Μεγάλη Βρετανία, κατά τον Πρώτο και το Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, υπήρξε προϊόν γεωπολιτικών καταναγκασµών. Και στις δύο περιπτώσεις το κόστος της πολεµικής συµµετοχής ήταν υψηλό για την Ελλάδα.

Στην πρώτη περίσταση η απόφαση του Ελευθέριου Βενιζέλου, να πολεµήσει στο πλευρό της Τριπλής Συνεννόησης, προκάλεσε ένα διχασµό που ταλαιπώρησε τη χώρα για πολλές δεκαετίες. Στη δεύτερη περίσταση, ο νικηφόρος πόλεµος κατά των φασιστικών δυνάµεων και η αντίσταση κατά του στρατού κατοχής επέφεραν δυσβάσταχτο κόστος. Η καταστροφή της οικονοµίας και ο λιµός που θέρισε τους αστικούς πληθυσµούς οδήγησε τη χώρα στον εξοντωτικό εµφύλιο του 1946-49. Το χάσµα που προκάλεσε στην κοινωνία ο αδελφοκτόνος πόλεµος γεφυρώθηκε οριστικά µόνο κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα.

Κινήσεις πληθυσµών από και προς το εσωτερικό της χώρας σηµειώνονταν από την αρχή της ιστορίας. Το ευχάριστο κλίµα αποτέλεσε στοιχείο έλξης και η άγονη γη ήταν ο παράγοντας που απωθούσε το δηµογραφικό πλεόνασµα. Ώσπου να φθάσει η Ελλάδα στο σηµείο να δέχεται και να συντηρεί παράνοµους µετανάστες και οικονοµικούς πρόσφυγες, έκανε περισσότερο «εξαγωγή» από ό,τι «εισαγωγή» πληθυσµών. Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας βρέθηκαν στο εθνικό κέντρο υπό συνθήκες καταναγκασµού και όχι επιλογής.

Μεγάλες εµπορικές παροικίες είχαν από τους προηγούµενους αιώνες δηµιουργηθεί σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ενώ, από τις αρχές του 20ού αιώνα, ένα κύµα από µετανάστες, κυρίως από την Πελοπόννησο, εγκαταστήθηκαν στις ΗΠΑ. Η µετεξέλιξή τους, από αγρότες σε µαγαζάτορες και επιχειρηµατίες στη διάρκεια µιας γενιάς, αποτελεί αδιάψευστη µαρτυρία για την προσαρµοστικότητά τους.

Μεταξύ 1950 και 1975, περίπου µισό εκατοµµύριο 'Ελληνες µετανάστευσαν στη Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα στη Γερµανία, ως φιλοξενούµενοι εργάτες. Ο όρος δήλωνε ότι οι Γερµανοί, αντίθετα από τους Αµερικανούς, δεν ενδιαφέρονταν να αφοµοιώσουν το εισαγόµενο εργατικό δυναµικό. Η εγγύτητα της Γερµανίας προς την Ελλάδα διευκόλυνε την επιστροφή πολλών αποδήµων, οι οποίοι δηµιούργησαν µικρές επιχειρήσεις στα αστικά κέντρα.

Υπάρχει η άποψη ότι τα ελληνικά πολιτικά κόµµ ατα δεν υπήρξαν πετυχηµένες αποµιµήσεις των δυτικοευρωπαϊκών τους προτύπων. Η οικογενειοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις µείωναν τη λειτουργία των κοµµ άτων ως ιδεολογικές οντότητες και εµπόδιζαν την εξέλιξή τους σε συλλογικούς οργανισµούς.

Δεδοµένου ότι τα ελληνικά πολιτικά κόµµατα δεν υπήρξαν µαζικές οργανώσεις που συγκροτήθηκαν µε ταξικά κριτήρια, έφεραν πάντοτε τη σφραγίδα της προσωπικότητας των δηµιουργών τους. Κι όµως σε λίγες άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο κοινοβουλευτικός βίος υπήρξε πιο οµαλός από εκείνον της Ελλάδας. Η οµαλότητα διήρκεσε από τα µέσα του 19ου αιώνα ώς το µεγάλο διχασµό του 1916 ανάµεσα στον αρχηγό του κράτους και τον αρχηγό της κυβέρνησης. Κατά τον 19ο αιώνα σηµειώθηκαν οι ακόλουθες τάσεις στην πολιτική: µια συντηρητική εσωστρεφής διαδικασία δηµιουργίας κράτους, υπό τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια (1893 - 1831), ο κρατικός πατερναλισµός του Αλέξανδρου Κουµουνδούρου (1856 - 1881) και ο επαρχιακός εθνικισµός του Θεόδωρου Δηλιγιάννη (1881 - 1905). Στην άλλη όχθη της πολιτικής ήταν ο συνταγµατικός Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος (1891 - 1865) και ο µεγάλος µεταρρυθµιστής, Χαρίλαος Τρικούπης (1875 - 1895), ο οποίος δηµιούργησε την οικονοµική υποδοµή για τη βιοµηχανική απογείωση της χώρας. Αντίθετα από τους προκατόχους του, ο µεγαλύτερος εκσυγχρονιστής του 20ού αιώνα, Ελευθέριος Βενιζέλος (1910 - 1933), δεν υπήρξε διαλλακτικός µε τον ανώτατο άρχοντα. Η σύγκρουση Βενιζέλου - Κωνσταντίνου είχε αφετηρία της δύο διαφορετικές εξωτερικές πολιτικές: την έξοδο της χώρας στο πλευρό της Τριπλής Συνεννόησης (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) ή την ουδετερότητα. Η ουδετερότητα, την οποία υποστήριζε ο Κωνσταντίνος, θα στοίχιζε την απώλεια ελληνικών εδαφών, οποιοσδήποτε και αν ήταν ο νικητής. Η πραξικοπηματική έξοδος του Βενιζέλου τελικά δικαιώθηκε. Ο Κωνσταντίνος Καραµανλής (1955 - 1979) υπήρξε η κυρίαρχη πολιτική φυσιογνωµία της µεταπολεµικής Ελλάδας. Το όνοµά του συνδέθηκε µε την ανασυγκρότηση, την επαναφορά του δηµοκρατικού πολιτεύµατος µετά τη στρατιωτική δικτατορία (1967 - 1974) και την είσοδο της χώρας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα το 1981.

Με την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ ολόκληρο το κοινωνικό σύστηµα άρχισε να συγκλίνει προς τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Ακόµα και η αποκλείνουσα ιδεολογία του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και του χαρισµατικού του αρχηγού, Ανδρέα Παπανδρέου (1981 - 1996), δεν κατάφερε να εκτροχιάσει τη διαδικασία ουσιαστικής ενσωµάτωσης στην Ευρώπη. Όταν ο Κώστας Σηµίτης (1996) έγινε πρωθυπουργός και αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ., χρειάστηκε να κινητοποιήσει τον κρατικό µηχανισµό προκειµένου να πετύχει την είσοδο της Ελλάδας στην Οικονοµική και Νοµισµατική Ένωση της Ευρώπης (ΟΝΕ).

Καθώς η ειρήνη έγινε καθηµερινή πραγµατικότητα και όχι ανάπαυλα ανάµεσα σε συγκρούσεις, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν αυξήθηκε δεκαέξι φορές από το 1959 και οι 'Ελληνες αισθάνθηκαν περισσότερο ασφαλείς µέσα στα σύνορά τους παρά ποτέ. Η αµοιβαιότητα στις σχέσεις Ελλάδας και Δύσης παγιώθηκε.

Η σύγχρονη Αθήνα είναι το αποτέλεσµα απρόβλεπτων συνθηκών. Η µεταµόρφωση µιας ξεχασµένης κωµόπολης σε πρωτεύουσα του νέου κράτους, η αναπάντεχη είσοδος µισού εκατοµµ υρίου προσφύγων από τη Μικρά Ασία και η κατοπινή µεταπολεµική αστυφιλία, καθόρισαν το χαοτικό της πρόσωπο. Σε µια εποχή που ο παλιός χαρακτήρας της πόλης εξαφανιζόταν κάτω από την επίθεση της ανοικοδόµησης, ο αρχιτέκτων Δηµήτρης Πικιώνης (1887 - 1968) σχεδίασε τους µνηµειακούς περιπάτους του γύρω από την Ακρόπολη για να συντηρήσει την ανάµνηση της προβιοµηχανικής Αθήνας.

Παρά τη φιλοσοφική απαισιοδοξία του µέσου Έλληνα, που πιστεύει ότι τον έταξαν να ασκεί κριτική στο κράτος και την κοινωνία, η χώρα δεν τα κατάφερε και άσχηµα. Κατά την περίοδο που διαµορφώθηκαν οι θεσµοί του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα ευτύχησε να έχει άξια πολιτική ηγεσία, ισχυρά θεµέλια, σωστή πλοήγηση και φιλόδοξους στόχους.

Ο δυτικός διαφωτισµός παρέµεινε η ιδεολογία που διέπει τα ελληνικά συντάγµατα και η διασπορά, ιδιαίτερα στην αφετηρία του κράτους, βοήθησε ώστε να µη χρειαστούν αυταρχικοί µεταρρυθµιστές για να γεφυρώσουν το χάσµα ανάµεσα στην πρώην οθωµανική επαρχία και τα δυτικά πρότυπα του νέου ελληνικού κράτους. Οι καταστροφές που έπληξαν τη χώρα, από τον εθνικό διχασµό του 1916, τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 και τον εµφύλιο του 1946 - 1949, δεν εξέτρεψαν την Ελλάδα από την εκσυγχρονιστική της πορεία. Ο Εµφύλιος ωστόσο άφησε πληγές που υποτροπίασαν δεκαοκτώ χρόνια µετά το τέλος του. Το δικτατορικό καθεστώς της 21ης Απριλίου 1967, όµως, ένωσε τους Ελληνες εναντίον του και έτσι συνέβαλε άθελά του στην τελική συµφιλίωση.

Σήµερα η δηµοκρατία στην Ελλάδα έχει εµπεδωθεί, η ανάπτυξη παρουσιάζει σηµαντικούς ρυθµούς και ο εκσυγχρονισµός αποτελεί το διακριτικό της στοιχείο στη χειµαζόµενη γειτονιά της.

 

ΕΡΜΗΝΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Από τον Νίκο Βατόπουλο

Η πατρίδα είναι µια έννοια εξαιρετικά συγκεχυµένη. Κατοικεί εντός µας µια ζωή, έχει φωλιάσει µέσα µας από τα πρώτα µας χρόνια. Στην αρχή, πατρίδα είναι η αγκαλιά της µητέρας, αργότερα το παιδικό δωµάτιο, το σπίτι, ο δρόµος, η οικειότητα των σχέσεων. Με τα χρόνια, η πατρίδα γίνεται ιδέα, γίνεται εικόνα, γεννά συναισθήµατα που ορίζουν τη δική µας ταυτότητα και µας αυτοπροσδιορίζουν µέσα από την αναγνώριση του περιβάλλοντος. Πατρίδα µπορεί να µην είναι αναγκαστικά µόνο η χώρα στην οποία µεγαλώσαµε, µπορεί να επιλέξουµε δεύτερες και τρίτες πατρίδες, όπως διαλέγουµε τις ισόβιες φιλίες. Η πατρίδα δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά µε τα όρια ενός εθνικού κράτους. Πατρίδα µπορεί να είναι γεωπολιτικοί σχηµατισµοί που έχουν χαθεί πίσω στο χρόνο - αλλά πατρίδα µπορεί να είναι κι ένα αγαπηµένο σπίτι ή ένα πολυδιαβασµένο βιβλίο. Πατρίδα, µ' άλλα λόγια, µπορεί να είναι αυτό που µας ορίζει και αυτό που εξουσιάζουµε.

Συνήθως, το πώς βλέπει κάποιος έναν τόπο έχει να κάνει µε το πώς βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό. Η Ελλάδα, ως τόπος µε συγκεκριµένα γωγραφικά όρια, είναι µία πρόσφατη ιστορική πραγµατικότητα, ανέκαθεν όµως υπήρξε πατρίδα για εκατοµµύρια ανθρώπους διαφορετικής προέλευσης. Οι διάφορες ερµηνείες που δόθηκαν κατά καιρούς στον ελληνικό τόπο, οι προσεγγίσεις στη φύση και την ιστορία της Ελλάδας, όπως και οι πολιτιστικοί συνειρµοί τους οποίους γεννά η ελληνική κοινωνία αποτελούν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο προς έρευνα και στοχασµό. Η πνευµατικότητα του ελληνικού τοπίου, φορτισµένου από την ευρωπαϊκή πρόσληψη της κλασικής αρχαιότητας µετά την Αναγέννηση, δείχνει να ξεπερνά κατά πολύ την πραγµατιστική συνείδηση του σύγχρονου. Το ελληνικό τοπίο δείχνει, µε άλλα λόγια, συχνά αυτόνοµο απέναντι στη διαμορφωση των αντικειµενικών συνθηκών κάθε εποχής.

Για πολλούς ανθρώπους, που δεν γεννήθηκαν Ελληνες, το άκουσµα και µόνο της Ελλάδας ανακαλεί ένα καλά χωνεµένο θυµικό που φέρνει στο νου όψεις της αρχαιότητας, συχνά ασύνδετες µεταξύ τους και σχεδόν πάντα στερεότυπες. Η κλασική Αθήνα συµπλέει στο κοινό υποσυνείδητο µε τη µινωική Κρήτη και η Μακεδονία του Φιλίππου µε τη Σπάρτη και το Άργος.

Αυτή η οµογενοποίηση, κατανοητή ώς ένα βαθµό, προκαλεί συχνά σύγχυση όταν καλείται κάποιος να εξηγήσει ακόµη και στοιχειώδεις παρεξηγήσεις, όπως το γιατί η Χίος έχει στενότερη ιστορικά σχέση µε τα µικρασιατικά παράλια παρά µε την Ήπειρο, στη Δυτική Ελλάδα.

Από την άλλη, όµως, αυτή η οµογενοποίηση της πολυσύνθετης και µακραίωνης αρχαίας ιστορίας της ελληνικής γης αποδεικνύεται στους νεότερους χρόνους, τα τελευταία δηλαδή 950 χρόνια, ως ένας ισχυρότατος µαγνήτης, αλλά και ένα όπλο για την Ελλάδα, που ενίοτε λειτουργεί και ως οµπρέλα προστασίας. Η Αθήνα δεν βοµβαρδίστηκε στη διάρκεια του Β' Παγκοσµίου Πολέµου όπως το Λονδίνο ή η Δρέσδη, αλλά, βέβαια, η ύπαιθρος υπέστη τις καθολικές επιπτώσεις της τραγικής δεκαετίας του ΄40. Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, η δεκαετία του 1950 είναι η γέφυρα µετάβασης από ένα αγροτικό, ηµιαστικό παρελθόν δίχως υποδοµές και τουριστική κουλτούρα προς ένα βιοµηχανικό, αστικό και πολυσύνθετο µέλλον, που αντλεί πόρους από τη διακίνηση εκατοµµυρίων τουριστών.

Αν πάει κάποιος λίγο πίσω στο χρόνο και σταθεί γύρω στο 1860, π.χ., θα δει µια Αθήνα µε ελάχιστα ξενοδοχεία και σκόρπιους περιηγητές. Εκείνα τα χρόνια, οι ξένοι επισκέπτες στην Αθήνα ήταν κατά κύριο λόγο επίγονοι του φιλελληνικού ρεύµατος του 1820-30 και του βυρωνικού ροµαντισµού. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που έρχονταν στην Ελλάδα για επαγγελµατικούς λόγους. Ήταν ακόµη ζωντανή, αν και φθίνουσα, η γραµµή που συνέδεε τους φοιτητές, τους ζωγράφους, τους τυχοδιώκτες, τους συγγραφείς του 1850 και του 1880 µε τους περιηγητές του 17ου και του 18ου αιώνα. ΄Εχει ενδιαφέρον να δει κάποιος την αφετηρία από την οποία έβλεπαν την Ελλάδα εκείνοι οι επισκέπτες της και κατ΄ αντιστοιχία πώς έβλεπαν οι 'Ελληνες πολίτες του µικρού ελληνικού βασιλείου τη θέση τους µέσα στον κόσµο.

Έως το 1930 περίπου, η Ελλάδα λογιζόταν µέρος της ευρύτερης Ανατολής, όπως και όλα τα νότια Βαλκάνια. Αν δει κάποιος διαφηµιστικές καταχωρήσεις του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού θα διαβάσει συχνά την πρόταση: «...το µεγαλύτερον εν Ανατολή». Οι ίδιοι οι 'Ελληνες πολίτες, γαλουχηµένοι µε τη Μεγάλη Ιδέα, θεωρούσαν φυσιολογική τη συναισθηµατική ένταξή τους στην Ανατολή, µέσα στην οποία έδιναν στον εαυτό τους ηγεµονική θέση, σαν κληρονόµοι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ισως αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά ανάµεσα στην ευρωπαϊκή ερµηνεία του ελληνικού τόπου και στην αντίστοιχη «ελληνική». Η πρώτη ήταν, και ίσως είναι ακόµη, πιο στενή, καθώς εκπορεύεται αλλά και ορίζεται αφενός από την αρχαιότητα και αφετέρου από την κλασική τοπιογραφία της Αττικής, της Πελοποννήσου και των νησιών.
Μετά το 1950 και την ένταξη της Ελλάδας στο δυτικό καπιταλιστικό κόσµο, αρχίζει η πολιτική και ψυχολογική µετακίνηση των ορίων ανάµεσα στη Δύση και την Εγγύς Ανατολή. Τα όρια της Ανατολής µετατοπίζονται ανατολικότερα και συχνά αφήνουν απέξω ακόµη και τη Δυτική Τουρκία ή την Κύπρο, ενώ, µετά τη δηµιουργία του κράτους του Ισραήλ, τα όρια αυτά γίνονται ακόµη πιο συγκεχυµένα. Η πολιτική ένταξη της Ελλάδας στη Δύση (που κορυφώθηκε το 1981 όταν έγινε µέλος της τότε ΕΟΚ και το 2000 όταν έγινε δεκτή στη ζώνη του ευρώ) επέδρασε καταλυτικά στην πρόσληψη της εικόνας της τόσο από τα διεθνή ΜΜΕ όσο και από το ευρύ κοινό. Ο µεσογειακός χαρακτήρας της Ελλάδας ήταν περισσότερο προφανής ώς τουλάχιστον το 1989 και τη λήξη της ψυχροπολεµικής περιόδου.…

Μία φωτογραφία από τα Ζαγοροχώρια, το Πήλιο, τη Θράκη ή την Πίνδο δεν παραπέµπει ευθέως στην ευκόλως αναπαραγόµενη εικόνα της τουριστικής Ελλάδας. Η αγγελοπουλική εικόνα της Ελλάδας, µε το βαλκανικό, οµιχλώδες τοπίο της, µε τις γυµνές οξιές, τα χιονισµένα οροπέδια, τις λίµνες, τις ορθόδοξες εκκλησίες και την κεντροευρωπαϊκή εκλεκτικιστική αρχιτεκτονική αντιδιαστέλλεται µε το άχρονο, άυλο, παγανιστικά, αρχέγονο και συχνά αντι-αστικό χαρακτήρα της Ελλάδας του Αιγαίου και του εκρηκτικού φωτός, της κλασικής αρχαιότητας αλλά και των ταξιδιωτικών πρακτόρων. Με παγιωµένη και ασάλευτη την πολιτική, οικονοµική, διπλωµατική και πολιτιστική ένταξή της στη Δύση, η Ελλάδα ως ιδέα (συχνά όµως και ως εικόνα) εξακολουθεί και ζει στο µεταίχµιο όχι τόσο της ορθολογικής Δύσης και της παρορµητικής Εγγύς Ανατολής, όσο στο όριο ανάµεσα σε δύο αντιλήψεις ζωής που µπορεί να συνυπάρχουν ακόµη και µέσα στον ίδιον άνθρωπο. Στο ελληνικό τοπίο νιώθει κάποιος ότι ωθείται να ξεπεράσειτον εαυτό του, µε την έννοια ότι συχνά στη θέα του Αιγαίου Πελάγους αισθάνεται εξαιρετικά στενή και ενίοτε άνευ ουσιαστικού νοήµατος τη ζωή στον αστικό χώρο, τον οποίο, µόλις, άφησε πίσω.

Η επαφή µε την Ελλάδα και την αρχέγονη δύναµη της φύσης της έχει, εν πολλοίς, να κάνει µε µία προκαθορισµένη ροπή για τον ελκυστικό συνδυασµό του οικείου µε το ανοίκειο, τις περισσότερες, όµως, φορές έχει να κάνει µε κάτι εντελώς προσωπικό.Είναι σαν να ξεφυλλίζεις ένα οικογενειακό λεύκωµα φωτογραφιών και σαν να αντικρίζεις για πρώτη φορά αναγνωρίσιµα και ανεξήγητα αγαπητά πρόσωπα.

 

ΠΑΡΑΠΕΤΑΣΜΑΤΑ ΒΟΥΝΩΝ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΑ ΓΥΜΝΟΙ ΓΡΑΝΙΤΕΣ

Από τον Θανάση Βαλτινό

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει».

Είναι ο γνωστός στίχος του Σεφέρη -που έχει ήδη γίνει κοινός τόπος. Τον έγραψε το 1936, εποχή φορτωµένη από δυσοίωνα προµηνύµατα. Ο ποιητής βυθίζεται στο µύθο και διαδροµεί µέχρι τις κίτρινες σκονισµένες ηµέρες του, που τον χρικιάζουν. Τελικά τι τον πληγώνει; Πρόκειται µάλλον για ένα λυρικό άλγος απουσίας, για τις υποσχέσεις ενός παρελθόντος που απέρχονται στο βάθος του ορίζοντα, σείοντας ακόµα το µαντήλι τους.

Τις παρακολουθεί από το κατάστρωµα ενός υπ' ατµόν καραβιού που το λένε Αγωνία 937.

«Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα µε πληγώνει». Αλλά και ένα ηλιοβασίλεµα µπορεί να µας πληγώσει.

Θα ήταν ενδιαφέρον να αναστρέψουµε τον στίχο ως ερώτηµα: Εµείς πόσο έχουµε πληγώσει την Ελλάδα;

Τα γεγονότα που ακολούθησαν την πορεία του καραβιού Αγωνία 937 είναι γνωστά. Άφησαν πίσω τους τη χώρα καθηµαγµένη. Πόσες πικρές διαδροµές πάνω στο πεσµένο κορµί της έως να επουλωθούν οι πληγές; Ο Νίκος Δεσύλλας επιχειρεί µία ακόµα. Αλλά αυτή είναι διαδροµή ευφρόσυνη. Δεν τον απασχολεί η µυθολογία, ούτε καν η ιστορία.

Πρωταγωνιστές του είναι το φως και το χρώµα, στοιχεία που συνθέτουν µιαν εικόνα στοχαστικά ανέµελη. Είναι µια διαδροµή καθαρµού επίσης, µια ιλαστήριος αγνιστική τελετή. Έχουµε αποθέσει τόσο ρύπο πάνω στο θεσπέσιο σώµα, σε κάθε πτυχή του. Ο φωτογράφος δεν αποστρέφει το µάτι από αυτό τα σηµάδια. Τα αγνοεί απλώς, εστιάζοντας το ενδιαφέρον του σε ό,τι δυνάµει συγκροτεί την αλήθεια αυτού του τόπου. Ασχολίες αρχαϊκές που βρίσκονται στη βάση της ζωής. Η επιστροφή από τους αγρούς, το καθάρισµα του σταριού πριν από το άλεσµα, το κάψιµο του φούρνου. Και η ποίηση του χώρου βεβαίως, του ηλιοκαµένου προσώπου του.

Γραµµές λιτές, αυστηροί όγκοι, καµπύλες βράχων, καµπύλες τρούλων εκκλησιών, που αιφνιδιάζουν µε τον γήινο αισθησιασµό τους. Αυτός ο αέναος ερωτικόςδιάλογος. Η πέτρα και η στάλα της υποµονής που την τρυπάει.

 

Πηγή: ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ. Εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος