Αγία Σοφία: Ένα μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς

Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 159, Μάρτιος - Απρίλιος 2016

«Αν το Μέγα Παλάτιον της Κωνσταντινουπόλεως ήταν η καρδιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ο πατριαρχικός ναός της Αγίας Σοφίας ήταν η πηγή που έτρεφε και συντηρούσε ολόκληρο το βυζαντινό οργανισμό». Πράγματι, κανένα άλλο στοιχείο ή μνημείο του Βυζαντίου δεν συνδέθηκε τόσο στενά με τη ζωή και τον πολιτισμό του και δεν σφράγισε τόσο αποφασιστικά τη ζωή του και την ιστορική του μνήμη, όσο η Μεγάλη Εκκλησία του, η Αγία Σοφία. Όσο ζούσε ιστορικά ο βυζαντινός Ελληνισμός, η Αγία Σοφία ήταν το κέντρο της θρησκευτικής και πολιτικής ζωής του, ο ιερός χώρος που καθαγίαζε και επισημοποιούσε όλες τις εκδηλώσεις του. Ήταν το σύμβολο της ισχύος, η δόξα και το καύχημα της αυτοκρατορίας, που προκαλούσε το θαυμασμό των Ελλήνων του Βυζαντίου και των πολυάριθμων ξένων περιηγητών και προσκυνητών. Αλλά και μετά την Άλωση, στους σκληρούς χρόνους της εθνικής δουλείας, η Αγία Σοφία κατέστη το ιερό σύμβολο των ιδανικών και των ελπίδων της εθνικής αποκατάστασης.

 

Ο ναός της Αγίας Σοφίας πριν από τον Ιουστινιανό

Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους του από την παλαιά Ρώμη στο Βυζάντιο (324), την αρχαία αποικία των Μεγαρέων που τώρα τιμητικά έλαβε το όνομα Κωνσταντινούπολη, έθεσε σε εφαρμογή ένα πλούσιο πρόγραμμα δημόσιων έργων, που θα καθιστούσαν τη νέα πρωτεύουσα αντάξια της παλαιάς σε επιβολή και ακτινοβολία.

Οπωσδήποτε, μεταξύ των έργων αυτών θα ήταν και η οικοδομή μεγάλου καθεδρικού ναού. Δυστυχώς, για το θέμα αυτό δεν υπάρχει ομοφωνία των ιστορικών πηγών. Την αρχαιότερη ιστορική μαρτυρία για την οικοδομή μεγάλου χριστιανικού ναού στην Κωνσταντινούπολη παρέχει ο εκκλησιαστικός ιστορικός Σωκράτης (440 περίπου), έναν περίπου αιώνα μετά τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία αυτή, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος, γιος και διάδοχος του Μ. Κωνσταντίνου (338-361), «την μεγάλην εκκλησίαν έκτιζεν, ήτις Σοφία μεν προσαγορεύεται νυν». Ο Σωκράτης αναφέρεται στο έτος 346 και σαφώς ομιλεί για συνέχεια και όχι για θεμελίωση του ναού. Τα εγκαίνια του ναού αυτού έγιναν με επισημότητα στις 15 Φεβρουαρίου του έτους 360 από τον αρειανίζοντα Επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Ευδόξιο.

Ο ναός καθιερώθηκε στο όνομα του Ιησού Χριστού, ο οποίος προσδιορίζεται ήδη από τον Απόστολο Παύλο ως «η Σοφία του Θεού» και γι’ αυτό η επίσημη εόρτια ημέρα του ναού ήταν η ημέρα της Γεννήσεως του Χριστού (25 Δεκεμβρίου).

Ο νέος αυτός ναός προσδιορίζεται εξαρχής ως «η μεγάλη εκκλησία», προφανώς για το μέγεθος και τη λαμπρότητά της, αλλά και ως «Σοφία», όπως μαρτυρεί ο ιστορικός Σωκράτης και χρησιμοποιήθηκε εξαρχής ως πατριαρχικός.

Από τον άμβωνα της Αγίας Σοφίας αναγνώσθηκαν τα Πρακτικά της Β’ Οικουμενικής Συνόδου (381 μ.Χ.), της οποίας ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός υπήρξε πρόεδρος, και από τον ίδιο άμβωνα εκφώνησε λίγο αργότερα τον περίφημο συντακτήριο (αποχαιρετιστήριο) λόγο του, και αποχαιρέτησε το θρόνο και την εκκλησία με συγκινητικούς λόγους: «Συ τε ο μέγας ναός ούτος και περιβόητος, η νέα κληρονομία». Στις 20 Ιουνίου 404, ο αυτοκράτορας Αρκάδιος, πιεζόμενος από τη σύζυγό του Ευδοξία, εξόρισε τον Χρυσόστομο και οι εξαγριωμένοι οπαδοί του Επισκόπου, οι λεγόμενοι «Ιωαννίται» ή «Ξυλοκερκίται», πυρπόλησαν τον επισκοπικό ναό και, σύμφωνα μάλιστα με ανεπιβεβαίωτη παράδοση, που μνημονεύει ο Σκαρλάτος Βυζάντιος, από την καταστροφή αυτή σώθηκαν ο αρχιερατικός θρόνος και ο άμβωνας του ναού, που αποτελούν κειμήλια του πατριαρχικού ναού του Αγίου Γεωργίου της Κωνσταντινουπόλεως.

Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β’ (408-450) ανοικοδόμησε αμέσως το ναό, στον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο της βασιλικής. Τα εγκαίνια του νέου ναού έγιναν στις 10 Οκτωβρίου 415 από τον Πατριάρχη Αττικό (406-425). Σύμφωνα με την Ανώνυμη Διήγηση για την οικοδομή της Αγίας Σοφίας, αρχιτέκτονας τώρα ήταν ο Ρουφίνος, ο οποίος κατασκεύασε στέγη θολωτή, «διά κυλινδρικών καμαρών». Κατά το Πασχάλιον Χρονικόν, η εκκλησία είχε μεγάλους και θαυμαστούς κίονες και μεγαλοπρεπή άμβωνα στο μέσον. Αλλά το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο του ναού ήταν η Αγία Τράπεζα, από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους, δώρο της Αυγούστας Πουλχερίας, αδελφής του Θεοδοσίου Β’.

Οι νεότερες αρχαιολογικές ανασκαφές αποκάλυψαν το πρόπυλο (=αίθριο) του ναού και μέρος του νάρθηκα, δεξιά του οποίου υπήρχε το σκευοφυλάκιον (μητατώριον). Μεταξύ των ευρημάτων είναι και σπαράγματα του άμβωνα, τα οποία συναρμολόγησαν οι αρχαιολόγοι και το αποκατέστησαν. Σήμερα εκτίθεται στον κήπο της Αγίας Σοφίας.

Η δεύτερη αυτή περίοδος του ναού διήρκησε 127 έτη, ενώ το σημαντικότερο πάντως γεγονός, που συνδέεται με τη μεγάλη εκκλησία, είναι η στέψη του αυτοκράτορα Λέοντα Α’, το 457. Ο Λέων είναι ίσως ο πρώτος Βυζαντινός αυτοκράτορας που έλαβε το στέμμα από τα χέρια του Πατριάρχη στη μεγάλη εκκλησία. Από τότε επικράτησε η συνήθεια να γίνεται η επίσημη στέψη των Βυζαντινών αυτοκρατόρων στη Μεγάλη Εκκλησία, με μία πομπώδη θρησκευτική ιεροτελεστία.

 

Ο Μέγας Ναός του Ιουστινιανού

Στις 15 Ιανουαρίου 532, εκδηλώθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεγάλη εσωτερική κρίση, γνωστή και ως Στάση του Νίκα, που έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις και απείλησε να ανατρέψει τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565). Το κέντρο της βυζαντινής πρωτεύουσας πυρπολήθηκε και η φωτιά κατέστρεψε ολοσχερώς τη Μεγάλη Εκκλησία.

Ο Ιουστινιανός κατόρθωσε να καταστείλει τη στάση και να κρατηθεί στο θρόνο, εγκαινιάζοντας μία περίοδο μεγάλων έργων, κορυφαίο από τα οποία είναι ο περίλαμπρος ναός της Αγίας Σοφίας. Έναν περίπου μήνα μετά την καταστολή της Στάσης του Νίκα, το πρωί της 23ης Φεβρουαρίου 532, άρχισε η ανέγερση του νέου μεγάλου ναού, ο οποίος έμελλε να αποτελέσει τη δόξα του Ιουστινιανού και το καύχημα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Την εκπόνηση των σχεδίων και την επίβλεψη των εργασιών ανέθεσε ο Ιουστινιανός σε δύο διάσημους μηχανικούς της εποχής, τον Ανθέμιο από τις Τράλλεις της Λυδίας και τον Ισίδωρο από τη Μίλητο. Μέσα σε λίγο χρόνο συγκεντρώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη πολύτιμα δομικά υλικά, κίονες από τους αρχαίους ναούς του Baalbek και της Ηλιουπόλεως της Αιγύπτου, από τον περίφημο ναό της Αρτέμιδος στην Έφεσο, από μνημεία των Κυκλάδων, των Αθηνών και της Ρώμης. Ο Άγγλος ιστορικός Γίββων σημειώνει ότι το θρίαμβο του Χριστού κόσμησαν εδώ τα σπαράγματα των αρχαίων ναών.

Από τα λατομεία της Προκοννήσου, της Θεσσαλίας και άλλων περιοχών εξήχθησαν μάρμαρα άριστης ποιότητας για την πλακόστρωση του δαπέδου και για τις ορθομαρμαρώσεις, ενώ από τη Ρόδο μεταφέρθηκαν ελαφρότατοι πλίνθοι από κισσηρόπετρα, για την κατασκευή της στέγης και προπαντός του τεράστιου τρούλου. Ένας τεράστιος αριθμός μηχανικών, εποπτών, ειδικών τεχνικών, λατόμων, λθοξόων, κτιστών και εργατών, επιστρατεύτηκε από όλη την αυτοκρατορία. Όπως γράφει ο Προκόπιος, ο αυτοκράτορας έφερε τους άριστους τεχνίτες από όλα τα μέρη της οικουμένης. Κατά τον Ανώνυμο, οι εργαζόμενοι στην οικοδομή της Αγίας Σοφίας έφτασαν τους 10.000 άνδρες, ενώ η συνολική δαπάνη ανήλθε στο μυθώδες ποσό των 320 κεντηναρίων χρυσού, που αντιστοιχεί σε 3.600.000 αγγλικές λίρες περίπου.

Σε χρονικό διάστημα πέντε ετών και δέκα μηνών, η οικοδομή και μέγα μέρος της εσωτερικής διακόσμησης του ναού είχαν αποπερατωθεί. Τα εγκαίνια έγιναν από τον Πατριάρχη Μηνά και τον κτήτορα αυτοκράτορα Ιουστινιανό, στις 27 Δεκεμβρίου 537, με πάνδημες εκδηλώσεις απερίγραπτης μεγαλοπρέπειας. Κατά τις μαρτυρίες των χρονογράφων, όταν ο Ιουστινιανός, συνοδευόμενος από τον Πατριάρχη Μηνά, εισήλθε από τις βασιλικές πύλες και αντίκρισε τον απαστράπτοντα ναό, κατελήφθη από ασυγκράτητο ενθουσιασμό.

Ανήλθε στον άμβωνα και εκτείνοντας τα χέρια στον ουρανό, αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ, καταξιώσαντί με τοιούτον έργον αποτελέσαι. Νενίκησά σε, Σολομών».

Η Μεγάλη Εκκλησία ήταν ήδη ένας τεράστιος οργανισμός, του οποίου η λειτουργία και η διαχείριση της περιουσίας απαιτούσε πολυάνθρωπη υπηρεσία. Μόνον η εσωτερική οργάνωση και η επίβλεψη της τάξεως για 23.000 ανθρώπους, που χωρούσε ο ναός, απαιτούσε έναν μεγάλο αριθμό υπηρεσιών. Ο Ιουστινιανός απήλλαξε την ήδη τεράστια περιουσία της Μεγάλης Εκκλησίας από φορολογικές υποχρεώσεις και παράλληλα μερίμνησε για τον κλήρο και τους επιστάτες του ναού. Με ειδικό νόμο (νεαρά) καθόρισε επακριβώς τον αριθμό των ανθρώπων που θα υπηρετούσαν στο ναό σε 526: 60 ιερείς, 100 διάκονοι, 40 διακόνισσες, 90 υποδιάκονοι, 110 αναγνώστες, 25 ψάλτες και 100 πυλωροί. Η Αγία Σοφία ήταν πράγματι «το μέγα μοναστήρι», όπως αναφέρουν τα δημοτικά τραγούδια.

Το ασθενές στοιχείο της οικοδομής ήταν ο τεράστιος τρούλος. Πράγματι, ο τρούλος που σχεδίασαν και κατασκεύασαν οι αρχιτέκτονες Ανθέμιος και Ισίδωρος ήταν χαμηλός, με αποτέλεσμα να ασκούνται με το τεράστιο βάρος του ισχυρές φυγόκεντρες πιέσεις στη βάση του. Κατά το μεγάλο σεισμό του 553, φαίνεται να έχασε τη συνοχή και την ασφάλειά του, ενώ το 557, νέος ισχυρότατος σεισμός συγκλόνισε την Κωνσταντινούπολη και ο ήδη τραυματισμένος από τους σεισμούς τρούλος δεν άντεξε στη νέα δοκιμασία και λίγους μήνες αργότερα, στις 7 Μαΐου 558, κατά τη διάρκεια στερεωτικών εργασιών, το ανατολικό μετωπικό τόξο του κατέπεσε και συνέτριψε την Αγία Τράπεζα, το κιβώριον και τον άμβωνα. Η πτώση του τρούλου συνδυάστηκε, όπως ήταν φυσικό, με δυσοίωνες προβλέψεις, αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν προστάτεψε την εκκλησία του. Ο Προκόπιος ο Γαζαίος, ένας από τους τελευταίους μεγάλους διδασκάλους της σχολής της Γάζας, θρήνησε τη συμφορά με ένα ρητορικό κείμενο, γνωστό με τον τίτλο: «Μονωδία εις την Αγίαν Σοφίαν πεσούσαν υπό σεισμού».Ο Ιουστινιανός επέδειξε ιδιαίτερη σπουδή για την ανοικοδόμηση του ναού. Οι δύο πρώτοι αρχιτέκτονες, Ανθέμιος κα Ισίδωρος, είχαν προ πολλού αποθάνει και το έργο ανατέθηκε σε άλλον διάσημο μηχανικό, τον Ισίδωρο τον Νέο, ανιψιό του προηγούμενου, ενώ η αποκατάσταση του κτιρίου έγινε σε πέντε έτη, επτά μήνες και δεκαεπτά ημέρες, δηλαδή σε ίσο περίπου χρονικό διάστημα με την εκ θεμελίων ανέγερσή του.

Επειδή είχε καταστραφεί η Αγία Τράπεζα, ο ναός έπρεπε να εγκαινιαστεί για δεύτερη φορά. Τα δεύτερα εγκαίνια έγιναν με την ίδια μεγαλοπρέπεια από τον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ευτύχιο, στις 24 Δεκεμβρίου 563. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο ναός κινδύνευσε από πυρκαγιές και σεισμούς, αλλά η μεγάλη καταστροφή του ναού σημειώθηκε το 1204, με την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας. Η περιγραφή του Νικήτα Χωνιάτη είναι αληθινά δραματική. Οι σταυροφόροι λεηλάτησαν με τρόπο φρικτό και απαράδεκτο για ομόδοξους λαούς τη Μεγάλη Εκκλησία των Ορθοδόξων, απέσπασαν τη χρυσή και αργυρή διακόσμηση του άμβωνα, της Αγίας Τράπεζας και των θυρών, διήρπασαν τα πολύτιμα σκεύη και όλη την κινητή περιουσία του ναού, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να οδηγούν τα υποζύγια μέσα στην εκκλησία, για να φορτώνουν τη λεία τους. Μαζί με την πολιτική εξουσία των Βυζαντινών, κατέλυσαν και το ορθόδοξο Οικουμενικό Πατριαρχείο και εγκαθίδρυσαν Λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το Βενετό Θωμά Μοροζίνη και Λατίνους κληρικούς στην Αγία Σοφία. Η Αγία Σοφία γίνεται εκκλησία λατινική και οι Ορθόδοξοι κληρικοί εκδιώχθηκαν.

Με την ανάκτηση της Κωνσταντινουπόλεως το 1261 από τον Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγο και την ανασυγκρότηση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, η Αγία Σοφία αποδίδεται πάλι στην ορθόδοξη λατρεία και γίνεται, όπως ήταν παλαιότερα, ο πατριαρχικός ναός της βυζαντινής πρωτεύουσας. Το οριστικό τέλος στη ζωή της Αγίας Σοφίας ως χριστιανικού ναού σημειώνεται στις 29 Μαΐου 1453, την αποφράδα ημέρα της Άλωσης. Οι ιστορικοί της Αλώσεως, και ιδιαίτερα ο Δούκας, περιγράφουν με δραματικό τρόπο τις φρικτές ώρες της άλωσης. Παλαιοί χρησμοί προέλεγαν ότι οι Τούρκοι θα κυριεύσουν την Κωνσταντινούπολη και θα φτάσουν ώς τον κίονα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που βρισκόταν πριν από την είσοδο της Αγίας Σοφίας. Εκεί θα τους σταματήσει άγγελος Κυρίου και η εκκλησία θα σωθεί, μαζί με όσους προλάβουν να καταφύγουν σ’ αυτήν: «Το δε προσφεύγειν εν τη Μεγάλη Εκκλησία τους πάντας τι; Ήσαν προ πολλών χρόνων ακούοντες παρά τινων ψευδομάντεων πως μέλλει Τούρκοις παραδοθήναι η πόλις και εισελθείν εντός μετά δυνάμεως και κατακόπτεσθαι τους Ρωμαίους παρ’ αυτών άχρι του κίονος του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά δε ταύτα καταβάς άγγελος φέρων ρομφαίαν παραδώσει την βασιλείαν συν τη ρομφαία ανωνύμω τινί ανδρί ευρεθέντι τότε εν τω κίονι ισταμένω λίαν απερίττω και πενιχρώ και ερεί αυτώ. “Λάβε την ρομφαίαν ταύτην και εκδίκησον τον λαόν Κυρίου”. Τότε τροπήν έξονται οι Τούρκοι και οι Ρωμαίοι καταδιώξουσιν αυτούς κόπτοντες, και εξελάσουσιν και εκ της πόλεως και εκ της δύσεως και από των της ανατολής μερών άχρις ορίων Περσίας εν τόπω καλουμένω Μονοδενδρίω. Ταυτά τινες ως αποβησόμενα (νομίζοντες) έτρεχον και τους άλλους συνεβούλευον τρέχειν. Αύτη ην των Ρωμαίων η σκέψις, ην και προ χρόνων πολλών ήσαν μελετώντες το νυν πραχθέν, ότι. Ει καταλείψομεν τον κίονα του Σταυρού εξόπισθεν ημών, φευξόμεθα της μελλούσης οργής. Και αύτη ην η φυγή εν τη Μεγάλη Εκκλησία εισόδου».

 

Η Αγία Σοφία ως μουσουλμανικό τέμενος

Ο ιστορικός ναός, η ψυχή και η καρδιά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ήταν πλέον ένα σύμβολο, που έκλεισε μέσα του τον πόνο και την ελπίδα του δουλωμένου Γένους των Ελλήνων. Τα τραγούδια, οι θρύλοι, οι μονωδίες και τα ανακαλήματα κρατούσαν επί αιώνες ζωντανή την εικόνα του περιλάλητου ναού. Ο πορθητής Μωάμεθ Β’ εισήλθε στην Αγία Σοφία τρεις ημέρες μετά την Άλωση, την 1η Ιουνίου 1453, για την προσευχή της Παρασκευής, και αφού ο ναός είχε καθαρθεί εξωτερικά και εσωτερικά, σύμφωνα με το μουσουλμανικό νόμο. Η Μεγάλη Εκκλησία είχε ήδη μεταβληθεί σε ισλαμικό τέμενος, αλλά με το ίδιο ιστορικό βυζαντινό όνομα: Τζαμί Άγια Σόφια κεμπήρ (=τέμενος Μέγα της Αγια-Σοφιάς). Για την προσαρμογή του χριστιανικού ναού στους τύπους και στις ανάγκες της ισλαμικής λατρείας, έπρεπε να γίνουν σοβαρές τροποποιήσεις, που αλλοίωσαν εσωτερικά και εξωτερικά τη βυζαντινή εικόνα του. Ο σταυρός στην κορυφή του θόλου αφαιρέθηκε, στη θέση του τοποθετήθηκε η ημισέληνος και υψώθηκε ο πρώτος πλινθόκτιστος μιναρές. Η εικόνα του Παντοκράτορα, που σύμφωνα με τα σχέδια του Fossati δέσποζε στον τρούλο, επιχρίσθηκε ή και καταστράφηκε εντελώς, και στη θέση του γράφτηκε με αραβικούς χαρακτήρες η φράση του Κορανίου:

ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΚΑΙ ΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ. Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΗΣ. ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΤΟΥ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΕΙ ΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΠΡΩΪΝΟΥ ΑΣΤΡΟΥ, ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΛΑΜΠΤΗΡΩΝ ΟΥΤΕ ΜΕ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΛΥΧΝΟΥ.

Η σημερινή εξωτερική εικόνα του ναού, με τις κατά καιρούς προσθήκες ενισχυτικών αντερεισμάτων ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους και κυρίως με την προσθήκη των τεσσάρων μιναρέδων και των άλλων τούρκικων παρακτισμάτων, δεν έχει καμία σχέση με τη μεγαλοπρεπή εικόνα του πολυθρύλητου μνημείου, το οποίο αντίκριζαν οι Έλληνες του Βυζαντίου. Ωστόσο και σήμερα, παρά τις επεμβάσεις, τις μετατροπές και τις κακοποιήσεις που υπέστη κατά καιρούς το μνημείο, κυριαρχεί στο χώρο και υποβάλλει
αμέσως την αίσθηση του μεγαλοπρεπούς και του ασυνήθους. Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως από το γλυπτό διάκοσμο των παλαιότερων ναών, εκτίθενται σήμερα στο Μουσείο της Κωνσταντινουπόλεως ή παραμένουν ακόμη «κατά χώραν», έξω από το ναό της Αγίας Σοφίας.

Ο Ναός του Ιουστινιανού, ο οποίος, κατά τους βυζαντινούς συγγραφείς, ξεπερνούσε σε μέγεθος και λαμπρότητα όλους τους ναούς της οικουμένης, είναι ένα ελαφρώς ορθογώνιο οικοδόμημα, που καλύπτει επιφάνεια 7.570 τετραγωνικών μέτρων. Το όλο συγκρότημα του ναού αποτελείται από τρία κύρια μέρη: τον κυρίως ναό, την αψίδα του Ιερού και τους δύο νάρθηκες.

Ο κυρίως ναός είναι τρίκλιτος, με το μεσαίο κλίτος ευρύτερο και τα δύο πλάγια στενότερα. Πριν από το ναό, υπήρχε υπερυψωμένος αύλιος χώρος, το αίθριον ή αθύρ, που, σε σχήμα σχεδόν τετραγώνου, αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης του λαού. Επρόκειτο για μία ανοικτή περίστυλη αυλή, με στοές στις τρεις πλευρές της, δυτική, βόρεια και νότια, και θωράκια, για να ακουμπούν εκείνοι που έβλεπαν τα δρώμενα στην αυλή. Η είσοδος του αιθρίου ήταν κλιμακωτή και στις πηγές αναφέρονται τα «γραδήλια του αθύρος» (=τα σκαλοπάτια του αιθρίου). Στο μέσον του αιθρίου υπήρχε η Φιάλη, δηλαδή κρήνη, με «αένναον ύδωρ», μηχανικά ανακυκλούμενο, για τον καθαρμό των πιστών. Πάνω στη Φιάλη ήταν γραμμένη η γνωστή καρκινική επιγραφή που αποδίδεται στον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό: ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ (πλύνε τις αμαρτίες σου και όχι μόνο το πρόσωπό σου). Για το λόγο αυτόν, το αίθριο ονομάζεται στις πηγές και λουτήρ. Στη Φιάλη έπλυνε τα χέρια του ο αυτοκράτορας πριν εισέλθει στο ναό και σ’ αυτήν γινόταν ο αγιασμός των υδάτων την ημέρα των Θεοφανείων, που ήταν και η επίσημη εορτή του Βυζαντινού αυτοκράτορα.

Εισερχόμενος στον κυρίως ναό, ο επισκέπτης μένει κατάπληκτος από το απερίγραπτο θέαμα που αντικρίζουν τα μάτια του. Το ασυνήθιστο μέγεθος του ναού, το κάλλος και η αρμονία της αρχιτεκτονικής σύνθεσης, με το πλήθος των πολύχρωμων κιόνων, ο πλούτος και η ποικιλία της εσωτερικής διακόσμησης, γλυπτής και ζωγραφικής, δικαιολογούν την εντύπωση των Βυζαντινών ότι τέτοιο έργο δεν μπορούσε να είναι δημιούργημα ανθρώπινων χεριών, παρά μόνο του ίδιου του Θεού. Αλλά το εντυπωσιακότερο στοιχείο της όλης κατασκευής στο ναό της Αγίας Σοφίας, είναι ο τρούλος. Τέσσερις μεγάλοι κτιστοί πεσσοί, που απέχουν μεταξύ τους 31,80 μέτρα, στηρίζουν την τετράγωνη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η στεφάνη της βάσης ενός γιγάντιου τρούλου, που έχει διάμετρο 33 μ. και ύψος (σήμερα) 13,80 μ. Στη βάση του τρούλου υπάρχουν 40 παράθυρα, που είναι οι πηγές του φωτισμού του ναού εκ των άνω. Και είναι τόσο άπλετος ο φωτισμός, καθώς το εξωτερικό φως εισέρχεται πλούσιο από παντού και οι δέσμες του συναντώνται και διαχέονται εσωτερικά, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι ο τρούλος δεν στηρίζεται πουθενά, αλλά κρέμεται μετέωρος με χρυσή αλυσίδα από τον ουρανό, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο Προκόπιος. Στους νεότερους χρόνους, κανένα άλλο μνημείο δεν είλκυσε περισσότερο από την Αγία Σοφία το ενδιαφέρον των μελετητών της χριστιανικής τέχνης, αρχιτεκτονικής, γλυπτικής, ζωγραφικής και διακοσμητικής, ιδιαίτερα από το 1934, όταν, με απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης, η Αγία Σοφία αναγνωρίστηκε ως μουσείο βυζαντινής τέχνης. Μάλιστα το 1985 η UNESCO περιέλαβε την Αγία Σοφία στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς.

 

Πηγή: «ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΣ» του συγγραφέα Θεοχάρη Δετοράκη. Εκδόσεις: ΜΙΛΗΤΟΣ

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Αι απόκρεω εν Αθήναις Ελλάδα Πατρίδα του φωτός »