Αι απόκρεω εν Αθήναις

Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 158, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2016

Η λέξη Αποκριά γενικά δηλώνει την τελευταία ημέρα που επιτρέπεται η κρεοφαγία, πριν αρχίσει η περίοδος νηστείας. Στον πληθυντικό Απόκρεω ή Απόκριες εννοούμε την κρεοφαγία που προηγείται της νηστείας της Μεγάλης Σαρακοστής για το Πάσχα και κατ’ επέκταση ταυτίζεται με όλο το χρονικό διάστημα των τριών πρώτων εβδομάδων του Τριωδίου, που αρχίζει την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου. Τριώδιο ονομάζεται το λειτουργικό εκκλησιαστικό βιβλίο που περιλαμβάνει τις ακολουθίες των εορτών προ του Πάσχα, από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο. Την πρώτη εβδομάδα, ο λαός αποκαλεί Αμολυτή ή Απολυτή (απολύονται οι ψυχές στον απάνω κόσμο), τη δεύτερη Κρεατινή (τελευταία ημέρα κρεοφαγίας) και την τρίτη Τυρινή ή Τυροφάγου, επειδή επιτρέπεται η βρώση γαλακτερών.

Στην Αθήνα του 19ου αιώνα και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, την περίοδο των Αποκριών στηνόταν ένα εικοσαήμερο πανηγύρι, για την ακρίβεια πανηγύρι 22 ημερών.

Περίοδος διασκέδασης και ευωχίας, χαρούμενη παρένθεση ανάμεσα στη λατρεία του Δωδεκαημέρου και στη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής. Τα Κούλουμα, ο εθιμικός εορτασμός της Καθαράς Δευτέρας, μία κατ’ εξοχήν αθηναϊκή γιορταστική εκδήλωση, πραγματοποιείτο στην περιοχή γύρω από τους στύλους του Ολυμπίου Διός μέχρι και την εποχή του Όθωνα. Σταδιακά και επί βασιλείας Γεωργίου Α’ εξελίχθηκαν να εορτάζονται «συν γυναιξί και τέκνοις εις τους λόγγους και εις την άνοιξιν, εις τους κήπους και εις τας εξοχάς».

Οι Αθηναίοι εγκατέλειπαν τα σπίτια τους και απολάμβαναν την ύπαιθρο, τη φύση και τον καθαρό αέρα «με ελίτσες, τουρσιά, κρεμμυδάκια, αυγοτάραχο, χαλβά, κά- που-κάπου χαβιάρι και με λιράτο ρετσινάτο εις κρυσταλλώδεις φιάλας». Ξεχύνονταν στο Θησείο, στο Αστεροσκοπείο, στην Ακρόπολη, στου Γουδή, στα Πατήσια, στα Φάληρα και στην Κηφισιά, στο Γαλάτσι, στο Δαφνί, στα Λιόσια κ.ά.

 

Οι απόκριες των φτωχών και των πλουσίων!

Οι Απόκριες διαχρονικά αποτελούν μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για ξεφάντωμα και διασκέδαση. Ιδιαίτερα στις παλαιότερες εποχές, όταν δεν υπήρχαν ακόμη τηλεοράσεις, ραδιόφωνα και Διαδίκτυο.

Τα λαϊκά στρώματα δεν είχαν άλλους τρόπους να εκφραστούν, ξεχύνονταν λοιπόν στους δρόμους και στις εξοχές για να διασκεδάσουν. Ήταν ωστόσο και μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία για να σατιρίσουν ό,τι συνέβαινε γύρω τους.

Από τα χρόνια της εποχής του Όθωνα ακόμη, τα μεγάλα γεγονότα κυριαρχούσαν στις μεταμφιέσεις. Έξω από τα μπακάλικα κρεμούσαν κόκκινες αποκριάτικες μάσκες και τα θέματα που επικρατούσαν ήταν κυρίως εθνικά. Συνηθέστερες μεταμφιέσεις ήταν «οι Μακεδόνες», αφού η βόρεια Ελλάδα ήταν ακόμη σκλαβωμένη ή «το Αρχοντόπουλο που σκότωνε τον Κιουταχή».

Με τα χρόνια στο επίκεντρο των εορτασμών βρέθηκαν τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Μέχρι που ο Βλάσης Γαβριηλίδης έκανε λόγο για τις Απόκριες των πλουσίων και τις Απόκριες των φτωχών. Ήταν η εποχή της μεγάλης σύγκρουσης, όταν η Ελλάδα εγκατέλειπε τους ρυθμούς της Ανατολής και εντασσόταν στους μηχανισμούς και την οικονομία της Δύσης.

Τότε αναδείχθηκαν πολλοί πρωταγωνιστές των λαϊκών διασκεδάσεων και ανάμεσά τους ο «Ποιητής του Κάρρου», ο «Θεός του Καρναβαλιού», όπως τον κατέγραψε ο Θεόδωρος Βελλιανίτης ή «τελετάρχης των απόκρεω», όπως τον αποκαλούσε ο Τίμος Μωραϊτίνης. «Ποιητής του Κάρρου» ήταν ο γηγενής Αθηναίος Παναγιώτης Θεοδοσίου. Ένας δαιμόνιος τύπος, θιασάρχης σε λαϊκό μπουλούκι και δημοσιογράφος σε λαθρόβια έντυπα της εποχής του, αντιγράφοντας τους αρχαίους γεφυριστές μετέτρεψε ένα μακρύ κάρο σε θεατρική σκηνή και έδινε τις παραστάσεις του στους δρόμους των Αθηνών.

Η σημαντικότερη περίοδος για τις αθηναϊκές αποκριές ήταν η τριαντακονταετία 1887-1916, η οποία και συμπίπτει με την παρουσία του Παναγιώτη Θεοδοσίου. Την περίοδο αυτή σχηματίζονταν Οργανωτικές Επιτροπές, στις οποίες συμμετείχαν όλοι οι γνωστοί δημοσιογράφοι της εποχής, ενώ τις παρελάσεις παρακολουθούσαν επισήμως οι κυβερνήσεις και η βασιλική οικογένεια.

Η έρευνα για τους αποκριάτικους εορτασμούς παραδίδει πλούσια και άγνωστα στοιχεία για τη νεότερη κοινωνική, πολιτική, οικονομική και καλλιτεχνική ιστορία της ελληνικής πρωτεύουσας. Μέσω δε της περίπτωσης του Παναγιώτη Θεοδοσίου, ανιχνεύονται οι μηχανισμοί και τα πρόσωπα που λειτούργησαν πίσω από την οργάνωση και διεξαγωγή των πανηγυριών μιας συγκεκριμένης περιόδου, ίσως της σημαντικότερης για το έθιμο της Αποκριάς στην Αθήνα: από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1880 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1910.

Πρόκειται για την τριακονταετία, κατά την οποία διαμορφώνεται ο νεοκλασικός χαρακτήρας της πόλης και ολοκληρώνονται οι διεργασίες για την επικράτηση της νέας «εμπορευματικής νοοτροπίας» και της νέας αστικής ηθικής, φαινόμενα που χρεώθηκαν –στην αρχή της περιόδου– οι αφιχθέντες πλούσιοι ομογενείς. Η χαρισματική πρωτεύουσα της Ανατολής παραδίδει τη θέση της στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου στην ουσία ελληνικού κράτους, που αγωνιά και αγωνίζεται να ενταχθεί στο δίκτυο των σύγχρονων και πολιτισμένων πρωτευουσών της Ευρώπης. Εξάλλου, την ίδια περίοδο καταλαμβάνει εκτεταμένο χώρο στον Τύπο και τη λογοτεχνία η κοινωνική κριτική, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε στην πόλη των Αθηνών.

Η αποκριάτικη κίνηση επικεντρωνόταν στη διασταύρωση των οδών Ερμού και Αιόλου, τις οποίες, χωρίς άρματα και πολυτελείς αμφιέσεις, λιγοστοί μασκαράδες με βαμμένα πρόσωπα ανεβοκατέβαιναν. Διάσημη μασκαράτα ήταν οι «γιατροί». Σατιριζόταν οτιδήποτε «φράγκικο», η βελάδα και το κρινολίνο, ενώ οι δανδήδες της εποχής δέχονταν επιθέσεις από τα «χαμίνια». Στη μανία παρωδίας των φράγκικων εθίμων φαίνεται πως όφειλε την εμφάνισή του και το Γαϊτανάκι, το οποίο παρακολουθούσαν οι νέοι της εποχής, άλλοι με ελληνικό ένδυμα, δηλαδή φουστανέλες, και άλλοι με ευρωπαϊκές ενδυμασίες, δηλαδή με κοστούμια.

Τα επίσημα καρναβάλια τα διοργάνωνε μια επιτροπή, το λεγόμενο "Κομιτάτο της Αποκρηάς", με επικεφαλής τον δήμαρχο.

Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, ο Π. Θεοδοσίου έδινε την επίσημη έναρξη και λήξη της αποκριάτικης περιόδου. Όπως έγραψε ο Δ.Κ. Ευαγγελίδης, ανεβασμένος στο κάρο του, ανήγγελλε τον ερχομό της:

«Άνοιξε το Τριώδιον και ήλθεν η αποκρηά. 

Και χαίρεται η νέα, αναστενάζει η γρηά, και γω πάνω στο κάρο μου κρυώνω για την τύχη μου και κρύοι και αποκρύοι και φέτο θάναι οι στίχοι μου.

Άνοιξε το Τριώδιον δεν έχουμε παρά κι η δόλια η κοιλίτσα μας παίζει τον ταμπουρά.

Άνοιξε το Τριώδιον παντού φωνές κι αντάρα.

Και το «Κορδόνι» κι η «Εληά» δεν δίνουνε δεκάρα γι’ αυτό λοιπόν θα σας το πω κι εγώ μια ώρα αρχύτερα πως ήταν κάθε πέρσι και καλύτερα».

Ή όπως κατέγραψε ένα περιοδικό, σχολιάζοντας την ευκολία με την οποία «σκάρωνε» τα ποιήματα του κάρου:

«Ετούτη την Αποκρηά νάμαι κι εγώ προβάλλω, στους Αθηναίους φίλους μου, μ’ όρεξη να τα ψάλλω…».

 

Στα μέσα της δεκαετίας του 1880

Πώς ξεκίνησε, όμως, η προσπάθεια να οργανωθούν οι αποκριάτικες εκδηλώσεις; Πρέπει να ταξιδέψουμε στα 1886 για να παρακολουθήσουμε τις παρέες που έφταναν στην Αθήνα από την επαρχία και το πλήθος των Αθίγγανων που συνέρρεαν σχηματίζοντας διονυσιακές πομπές, τις οποίες οι εφημερίδες χαρακτήριζαν «ήκιστα κολακευτικές της δημοσίου καλαισθησίας». «Διάφοροι όμιλοι συνεταιρίζονται προς εκτέλεσιν σχεδίου κερματιοφόρου» έγραφαν, καταδικάζοντας το πλήθος των θεαμάτων, τα οποία πολλές φορές καταντούσαν ιδιαίτερα σκληρά και απάνθρωπα.

Τις τρεις αποκριάτικες εβδομάδες, οι ευκατάστατοι Αθηναίοι ανοίγουν τα μέγαρα και τα σαλόνια τους, συνήθως Τρίτες, Πέμπτες και Σάββατα, για να δεχθούν τις παρέες τους και να διασκεδάσουν με τη συνοδεία του κλειδοκύμβαλου και των εξεζητημένων εδεσμάτων. Οι χοροί διαδέχονταν ο ένας τον άλλον: από το σπίτι του Αμερικανού πρέσβη μέχρι το Μέγαρο Συγγρού –όπου τώρα το υπουργείο Εξωτερικών στη Βασιλίσσης Σοφίας– το οποίο τιμούσε και η βασιλική οικογένεια. «Κάλλισται αι τουαλέτται των δεσποινών και δεσποινίδων θα εκλάμψωσιν, αν κρίνωμεν εκ των προμηθειών, και θα επισφραγισθή η απόκρεω, διά της γλυκυτάτης μέθης του χορού και των θελκτικών περιποιήσεων», ανέφερε το «κοσμικό» ρεπορτάζ της εποχής.

Από την άλλη, ο λαός διασκεδάζει απολαμβάνοντας τα τέσσερα καθιερωμένα θεάματα: την Γκαμήλα, το Γαϊτανάκι, τους Φασουλήδες και τα Ρόπαλα. Η Γκαμήλα, μία παρωδία του αγαθού ζώου, «φέρουσα ως δοράν την πατρο-παράδοτον λινάτσαν, περιήρχετο εις τας οδούς και ο καμηλιέρης, έψαλλε το μονότονον και ακατάληπτον άσμα του:

«άι! κυρά νταρντάνα
Πορτοκάλι ψάρεψε
άι! κυρά νταρντάνα!!
Για σαρλί μαρλί μαρλέ
Για να πιούμε ναργιλέ»

Το πεντάστιχο αυτό, σε διαφορετικές παραλλαγές, σώθηκε μέχρι τη δεκαετία του 1950, σε όλα τα ιστορικά περί Αποκριών. Μόνο που για λόγους «κοσμιότητος» απαλειφόταν ο τελευταίος στίχος που αναφερόταν στο ναργιλέ.

Το γαϊτανάκι ήταν «χορευταί, οι ημίσεις ανδρικώς και οι άλλοι γυναικεία μετημφιεσμένοι ευπρεπώς οπωσδήποτε, οίτινες περί ιστόν (κοντάρι) πολύ-χρωμον χορεύοντες κατά ζεύγη και κρατούντες ταινίας από της κορυφής του ιστού εξαρτωμένας, συμπλέκουσιν αυτά περί αυτόν καθόσον περιστρέφονται κανονικώς και ερρύθμως προς ήχον αυλού και είτα αντιστρόφως πάλι φερόμενοι διαλύουσι το αποτελεσθέν πλέγμα των ιστών.

 

Εν τω μεταξύ, στις γειτονιές των Αθηνών…

Αλλά τι συνέβαινε πέρα από το κέντρο, τις ίδιες αποκριάτικες ημέρες; Από τις δέκα το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου, επίδοξοι καρναβαλιστές τριγυρνούσαν στους δρόμους, ακολουθούμενοι από πλήθος περίεργων. Περικλέτοι μπαγλάρωναν αλύπητα ποικιλόμορφους Φασουλήδες. Γκαμήλες χοροπηδούσαν κωμικά. Σχοινοβάτες και παλιάτσοι με μουντζουρωμένα πρόσωπα επιδείκνυαν την ευκαμψία των μελών τους στη μέση του δρόμου. Λίγες καρέκλες, δύο ή τρία τραπέζια από κοντινά καφενεία ή σπίτια, βαλμένα το ένα πάνω στο άλλο, χρησίμευαν πρόχειρα για την επίδειξη της σχοινοβατικής επιτηδειότητάς τους. Τριγύρω ευρύς κύκλος θεατών, κυρίως από παιδιά της γειτονιάς και νεαρούς. Τα παράθυρα και τα μπαλκόνια των σπιτιών γεμάτα γυναίκες και κορίτσια. Όταν τελείωνε το θέαμα, ο παλιάτσος περιερχόταν με το δίσκο του, μαζεύοντας πεντάρες που έπεφταν ως χάλκινη βροχή από ψηλά.

Πιο θορυβώδης απ’ όλους ο Περικλέτος, με τις συνήθεις ευφυολογίες του και την τάση να ξυλίζει άγρια όποιον του ζητούσε χρήματα, προκαλώντας ακράτητα γέλια. Αφού ευχόταν «και του χρόνου», το κάρο πάνω στο οποίο ήταν στημένη η σκηνή, συρόμενο συνήθως από κάποιον ισχνό ημίονο και πάντα έχοντας πίσω του ομάδα παιδιών που θορυβούσε και αλάλαζε, απομακρυνόταν, για να σταματήσει εκατό βήματα παρακάτω και να επαναλάβει την ίδια σκηνή.

Τα απειράριθμα κλειδοκύμβαλα (πιάνα) και οι «πολυόργανοι μουσικαί» μόλις επέτρεπαν πλέον στους περαστικούς «εις καμμίαν εσχατιάν της πόλεως» να ακούσουν τη μονότονη, αλλά γλυκιά φωνή της εργάτριας. Εκείνης που τραγουδούσε το παλιό τραγούδι της Αττικής:

Σαν της Πεντέλης το νερό που πάει ρέμα-ρέμα, έτσι να πάη το αίμα του που λέει κακό για σένα.

Το απόγευμα, όσο ακόμη κρατούσε ο ήλιος, έβγαιναν για περιπάτους «πολυπληθείς συντροφίαι υπηρετριών». Καθαρές, κομψές, γυαλιστερές, έπαιρναν γελώντας την άδειά τους για να δουν τους μασκαράδες. Ή να ακούσουν τον Θεοδοσίου να απαγγέλλει το άτεχνο δίστιχό του:

Πολλοί μου λέγουν πως πάσχω.
Κι όμως εγώ είμαι καλύτερος ποιητής από τον Παράσχο!

Όταν βράδιαζε, η κίνηση στις γειτονιές αραίωνε, αλλά δεν σταματούσε. Παρέες μασκαράδων περνούσαν από σπίτι σε σπίτι, μερικοί φορώντας περίεργες ενδυμασίες, με πιο εντυπωσιακές πάντοτε τις «βλάχες», οι οποίες φορούσαν τις λαμπρές παραδοσιακές ελληνικές φορεσιές. Στους δρόμους άναβαν συχνά φωτιές και τριγύρω μαζεύονταν παιδιά, προκαλώντας ζωηρότητα στις απόκεντρες γειτονιές. «Το βράδυ εκάπνιζαν αι ρητινώδεις πυραί προ των οινοπωλείων των αποκέντρων συνοικιών, αναγκάζουσαι τας γυναίκας της γειτονίας μέχρι βαθείας νυκτός να κάθηνται εν τη εξωθύρα, συνδαυλίζουσαι την πυράν και αναμένουσαι να ίδουν καμμίαν παρέλασιν μασκαράδικης παρέας γυναικών και ανδρών, οίτινες υπό τα δόμινα, ή τα λευκά σινδόνια και τας πετσετίνους τιάρας φέροντες μεθ’ εαυτών και την απαραίτητον κιθάραν μετέβαινον εις τους φιλικούς οίκους προς διασκέδασιν», περιγράφουν οι εφημερίδες.

Οι παρέες λιγόστευαν και τα οινοπωλεία έκλειναν, αλλά παρέμεναν ανοιχτά τα ζυθοπωλεία, γεμάτα από θαμώνες μέχρι τη βαθιά νύκτα. Θορυβώδη τραγούδια και γέλια ακούγονταν στη συνοικία της Νεάπολης, όπου κατοι-κούσαν ως επί το πλείστον φοιτητές, οι οποίοι γυρνούσαν στους δρόμους μεταδίδοντας την ευθυμία τους. Δεν ήταν λίγοι και εκείνοι που συναθροίζονταν στο δωμάτιο ενός συμπατριώτη τους και διασκέδαζαν όλο το βράδυ.

Οι βραχνές από το τραγούδι και την οινοποσία φωνές τους ακούγονταν μέχρι το δρόμο….

 

Η… καθιέρωση του χαρτοπόλεμου

Το 1893 οι αποκριάτικοι εορτασμοί σκιάστηκαν από τους καταστροφικούς σεισμούς της Ζακύνθου, ενώ ήταν η χρονιά που ξεχώρισε καθοριστικά στις λαϊκές παραστάσεις ο Παναγιώτης Θεοδοσίου. «Έχει εφέτος τα πρωτεία ο Θεοδοσίου», αναφέρει στα τέλη Ιανουαρίου η «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ», η οποία παραδίδει στοιχεία για τους πρωταγωνιστές των αποκριάτικων πανηγυριών. Το Γαϊτανάκι αποτελείτο από «γκαρσόνια κουρείων, από λεπτουργούς και υποδηματοποιούς», την Γκαμήλα περιήγαγαν «άεργοι, μόρτηδες και πρώην κυνοκτόνοι», ενώ τα Ρόπαλα ήταν «αποκλειστικόν προνόμιον του Χρήστου Σταματίου του εκ Σμύρνης Χουλά, ο οποίος έχει δύο παιδάκια εκτελούντα επικινδύνους ασκήσεις και του Κόκκαλη του Β’ έχοντος και τούτου εις τον θίασόν του τρία παιδάκια νεαροτάτης ηλικίας».

Τέλος, η ίδια εφημερίδα μας πληροφορεί ότι οι αρκούδες που εμφανίζονταν στους δρόμους της πόλης και «οι περιάγοντες αυτές μας έρχονται κατ’ευθείαν από την Βουλγαρίαν».

Επίσης, εκείνη τη χρονιά θα καθιερωθεί ο χαρτοπόλεμος, τα κομφετί, όπως ανέφεραν οι εφημερίδες. Γιατί, όμως, υιοθετούντο τα «μικρά, στρογγυλά και λεπτότατα ποικιλόχρωμα χαρτία», των οποίων «και αλλαχού γίνεται εις τοιαύτας εορτάς χρήσις», όπως περιέγραφε η «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ»: Διότι τότε η Αστυνομία αποφάσισε να απαγορεύσει το από δεκαετιών έθιμο των νεολαίων, να πετούν στους περαστικούς κουφέτα, αλεύρι ή φασόλια! Μέχρι τότε, στην αποκριάτικη και όχι πάντα ακίνδυνη αυτή συνήθεια, οφείλοντο διάφοροι μικροτραυματισμοί, αλλά και τα αλευρωμένα ρούχα και καπέλα των περαστικών. Το πρώτο κατάστημα που εισήγαγε χαρτοπόλεμο ήταν του Μαγγιώρου, κοντά στη Μητρόπολη.

 

Γεώργιος Σουρής: Αποκρηάς χαιρετισμός

Στους εορτασμούς της αποκριάς παρεμβαίνει με τον δικό του τρόπο και ο Γεώργιος Σουρής, ο οποίος θα γράψει στον «ΡΩΜΗΟ» του ένα ακόμα αποκριάτικο αφιέρωμα με τον τίτλο «Αποκρηάς χαιρετισμός και μασκαράδων φρενιασμός»:

«Καλώς την την Αποκρηά με βρόντους, με νταούλια
Σε δέχεται μετά χαράς
Κάθε μεγάλος μασκαράς
Επάνω σ’ αυτοκίνητα και γαϊδουριών καπούλια»

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και τα γεγονότα που ακολούθησαν, σε συνδυασμό με τις απόψεις της Εκκλησίας η οποία κατέγραφε τις καρναβαλικές εκδηλώσεις ως παγανιστικές, οδήγησαν τους αποκριάτικους εορτασμούς σε παρακμή από τα μέσα της δεύτερης μέχρι τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, οπότε επιχειρείται η αναβίωσή τους με έντονες τάσεις νοσταλγίας και αντιγραφής του παρελθόντος. Με χορούς, περίτεχνες μάσκες, ακριβές στολές και ταμπλ ντ’ οτ στα κοσμικά κέντρα, η αστική τάξη της μεταπολεμικής περιόδου υποδέχεται τις Απόκριες, ενώ οι λαϊκές τάξεις ξεχύνονται στα ταβερνάκια και κατακλύζουν τους λόφους των Αθηνών –με πρωταγωνιστή το λόφο Φιλοπάππου- την Καθαρά Δευτέρα.

 

Σημείωση: Ο εορτασμός της Αποκριάς στην παλιά Αθήνα σταμάτησε όταν απαγορεύτηκε αυστηρά η μάσκα, με τη δικτατορία του Μεταξά.

 

Πηγή: «Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΥ- Παναγιώτης Ν. Θεοδοσίου – Η «άλλη όψη» της αθηναϊκής ιστορίας» του συγγραφέα Ελευθέριου Γ. Σκιαδά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ.

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος