Πατριαρχείον της Μεγάλης Πόλεως Αλεξανδρείας

Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 157, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2015

To Πατριαρχείο Αλεξανδρείας υπήρξε ο φάρος ο πνευματικός και ο άξονας πάνω στον οποίο κινήθηκαν η ζωή και η εξέλιξη των Ελλήνων της Αιγύπτου και δεν υπήρξε στιγμή που στην παρουσία των δύο χιλιάδων χρόνων να εγκαταλείψει τη σκυτάλη του αγώνα.

Η ζωντανή παρουσία και η έμπρακτη προσφορά του κράτησε γερά και θερμά ενωμένο τον Έλληνα με την καταγωγή του και του κληρονόμησε την υπερηφάνεια αυτή, ότι μόνο με τη διατήρηση της εθνικής του ταυτότητας θα ζήσει και θα μεγαλουργήσει το ελληνικό έθνος.

Το Ασφαλιστικό ΝΑΙ, αποτίοντας φόρο τιμής στο ιστορικό Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, φιλοξενεί αποσπάσματα και σπάνιο φωτογραφικό υλικό από το βιβλίο «Πατριαρχείον της Μεγάλης Πόλεως Αλεξανδρείας» του Μακάριου Τηλλυρίδη, Μητροπολίτη Ζιμπάμπουε, Δρ. Φιλοσοφίας, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ

 

Το Πατριαρχείο της Αλεξανδρείας διά μέσου των αιώνων

Η Μεγάλη Πόλη της Αλεξανδρείας, από την εποχή που κτίστηκε (332/331), από τους γνωστούς αρχιτέκτονες Δεινοκράτη τον Ρόδιο και Ναυκράτιδα Κλεομένη, με εμπνευστή τον ίδιο το Μέγα Αλέξανδρο, κατέστη ένα μοναδικό κέντρο στον τότε κόσμο, ακτινοβόλο στην πνευματική, οικονομική, πολιτιστική, εμπορική και στρατιωτική ζωή.

Η πόλη της Αλεξανδρείας, λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, έγινε κέντρο, που συνέδεσε τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό με τον ελληνορωμαϊκό και στη συνέχεια, τον ιουδαϊκό, για να διακριθεί περίφημη πρωτεύουσα αλληλοσυνάντησης και αλληλοεπίδρασης των κυριοτέρων πνευματικών ρευμάτων της εποχής εκείνης. Η παρουσία των διαφόρων φιλοσοφικών σχολών, που ανέπτυξαν και καλλιέργησαν την αριστοτελική και πλατωνική θεωρία, βοήθησαν στην εξύψωση του κύρους και της αίγλης της Αλεξανδρείας, ώστε να γίνει πόλος έλξης προς όλες τις κατευθύνσεις.

Οι ξακουστές βιβλιοθήκες της και τα άλλα σπουδαία κέντρα των γραμμάτων και των τεχνών, όπως και το γνωστό Πανεπιστήμιό της, υπήρξαν οι προάγγελοι, που επέδρασαν θετικά στη συνέχεια, με την εμφάνιση του Χριστιανισμού. Η συγχώνευση όλων των προαναφερθέντων στοιχείων και πολιτισμών της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, δημιούργησε ένα νέο πνευματικό ρεύμα, που την έκαναν να γίνει η κοσμοπολίτικη κοιτίδα συνάντησης όλων αυτών των πολιτισμών.

Ο Χριστιανισμός, στα μέρη αυτά της Αλεξανδρείας, εμφανίστηκε από πολύ νωρίς, από τους Ιουδαίους της Διασποράς, που είχαν ήδη προϊστορία στην περιοχή αυτή, με την ακμάζουσα κοινότητά τους. Η παρουσία τους εκεί ήταν επόμενο να έχει οπωσδήποτε επηρεαστεί από τον ελληνικό πολιτισμό, που παρουσίαζε ακμή και άνθιζε ζωντανά την ίδια ακριβώς περίοδο. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρονται στις πράξεις των Αποστόλων (Κεφ. Στ’ 8-11) σχετικά με τους Ιουδαίους της Αλεξανδρείας, όταν ο διάκονος Στέφανος κήρυττε το λόγο του Θεού: «Στέφανος δε πλήρης πίστεως και δυνάμεως εποίει τέρατα και σημεία μεγάλα εν τω λαώ. Ανέστησαν δε τινες των εκ της συναγωγής της λεγομένης Λιβερτίνων και Κυρηναίων και Αλεξανδρέων και των από Κιλικίας και Ασίας συζητούντες τω Στεφάνω και ουκ ισχύον αντιστήναι τη σοφία και το πνεύματι, ω ελάλει».

Όταν τα θεμέλια της πίστης τέθηκαν πάνω σε σωστή βάση από τον Απόστολο Μάρκο, καμιά αμφιβολία δεν υπήρχε ότι το Ευαγγέλιο θα έβρισκε θετική ανταπόκριση από τους Ιουδαίους, αλλά και από τους Έλληνες.

 

Η Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, η Αλεξάνδρεια στην αρχαία εποχή κατείχε τα πρωτεία, ακόμα και στο θέμα των Βιβλιοθηκών.

Από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου προσκλήθηκαν πολλοί λόγιοι και τεχνίτες, άνθρωποι, δηλαδή, των γραμμάτων, οι οποίοι ήταν δοκιμασμένοι, για να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες φύλαξης των υπαρχόντων πολύτιμων χειρογράφων της αρχαίας Ελλάδας.

Πληροφορίες δεν υπάρχουν πολλές. Βέβαιο, όμως, είναι ότι οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου, οι Πτολεμαίοι και ιδιαίτερα ο Πτολεμαίος ο Λάγος, θέλοντας να καταστήσει την Αλεξάνδρεια κέντρο Πολιτισμού, Παιδείας και Τεχνών, κάλεσε κοντά του «άνδρας επί σοφία και τέχναις διασημοτάτους» και έθεσε το θεμέλιο λίθο της Βιβλιοθήκης του Μουσείου, «παραινούντος Δημητρίου του Φαληρέως, ανδρός παρ’ Έλλησι σπουδαίου και αριπρεπούς». Ακόμα, «Δημήτριος ο Φαληρεύς Πτολεμαίω τω βασιλεί παρήνει τα περί βασιλείας και ηγεμονίας βιβλία κτάσθαι και αναγιγνώσκει, α γαρ οι φίλοι τοις βασιλεύσιν ου θαρρούσι παραινείς, ταύτα εν τοις βιβλίοις γέγραπται». Θετικές πηγές μας πείθουν για την ίδρυση του Μουσείου και της Βιβλιοθήκης Αλεξανδρείας –της Μεγάλης– από τον Πτολεμαίο, τον Σωτήρα. Η Βιβλιοθήκη αυτή πρέπει να θεωρείται ότι ήταν η πλουσιότερη και μεγαλύτερη του τότε αρχαίου κόσμου. Παράλληλα με αυτή τη Βιβλιοθήκη, δημιουργήθηκε και μια δεύτερη, η οποία βρισκόταν δίπλα στο Ναό του Σεραπείου και είχε πάρει την ονομασία Θυγατρική. Και οι δύο μαζί, οπωσδήποτε, συγκέντρωναν όλο τον πλούτο των υπαρχουσών χειρογράφων και έτσι κατείχαν την έννοια της Οικουμενικής Βιβλιοθήκης.

Επί της εποχής των Μεγάλων Πατριαρχών Αλεξανδρείας Αθανασίου και Κυρίλλου Ιωάννου του Ελεήμονα και άλλων –ανδρών φιλομούσων και άριστων θεολόγων– αναπτύχθηκε και υποστηρίχθηκε η ιδέα της ύπαρξης χώρου συγκέντρωσης όλων των πολύτιμων έργων των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και των χριστιανών, επίσης, συγγραφέων των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού. Ιδιαίτερη θέση στην προκειμένη περίπτωση κατείχε το αρχαιότερο χειρόγραφο της Αγίας Γραφής, που κοσμούσε την Πατριαρχική Βιβλιοθήκη μέχρι των ημερών Κυρίλλου του Λουκάρεως (ο περίφημος Αλεξανδρινός Κώδικας, τώρα βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο).

Η Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας θα πρέπει να θεωρείται γι’ αυτόν το λόγο η αρχαιοτέρα χριστιανική βιβλιοθήκη, ως συνέχεια της περίφημης Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης της αρχαιότητας, παρ’ όλο που υπάρχουν ενδείξεις τελείας καταστροφής της από πυρκαγιά.

Η Βιβλιοθήκη του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας ακολούθησε τους, κατά καιρούς, τόπους διαμονής των εκάστοτε Πατριαρχών Αλεξανδρείας. Θα πρέπει να τονισθεί ότι, τόσο τα χειρόγραφα όσο και οι αρχαίες εκδόσεις των εντύπων, αποτελούν δωρεές των κατά καιρούς Πατριαρχών Αλεξανδρείας.

Επιφανείς Πατριάρχες, όπως ο Μελέτιος Πηγάς, ο Κύριλλος Λούκαρις, ο Μητροφάνης Κριτσόπουλος, απετέλεσαν τους κυριότερους συνδρομητές ή συντελεστές στη δημιουργία της σημερινής αξιόλογης συλλογής χειρογράφων και σπάνιων εκδόσεων. Σημαντική παραμένει η πληροφορία, ότι η Πατριαρχική Βιβλιοθήκη βρισκόταν, τουλάχιστον μέχρι την αραβική κατάκτηση της Αιγύπτου, στον Καθεδρικό Ναό του Καισαρείου, κέντρο τότε των Πατριαρχών Αλεξανδρείας.

Το 1930, επί του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Ιεροθέου του Α΄ η Βιβλιοθήκη μεταφέρεται από τη συνοικία των Ρωμαίων (Πατριαρχείο – Εκκλησία Αγίου Μάρκου) στο Χαμζάουι του Καΐρου (Άγιος Νικόλαος). Όταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας εξελέγη ο Μελέτιος Μεταξάκης (1926), η Πατριαρχική Βιβλιοθήκη μεταφέρεται στην αρχική της θέση, στην Αλεξάνδρεια, αν και μέρος χειρογράφων και βιβλίων κοσμούν μέχρι σήμερα τη Βιβλιοθήκη του Πατριαρχικού Μεγάρου στο Κάιρο.

Επί πατριαρχείας Χριστοφόρου του Β’ κτίζεται νέα Βιβλιοθήκη στην Ιμπραημία, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν την 14η Νοεμβρίου 1948. Επί Νικολάου του Στ΄, η Βιβλιοθήκη μετακινείται στα νέα Πατριαρχεία, στην πρώην Τοσιτσαία Σχολή, δίπλα από το Κοινοτικό Ναό του Ευαγγελισμού, όπου εκεί στεγάζεται μέχρι σήμερα.

 

Ο Ελληνισμός της Αιγύπτου διαμέσου των αιώνων

Από τα βάθη των αιώνων, τότε που ο Μέγας Αλέξανδρος θέλησε να κτίσει την περικλεή Αλεξάνδρεια, θα πρέπει να αναζητήσουμε και την παρουσία του ελληνικού στοιχείου στη Νειλοχώρα.

Εδώ στην Αλεξάνδρεια τέθηκαν τα θεμέλια της ελληνικής μεγαλοφυΐας, για να καταστεί η μητρόπολη –η επιφανέστερη– των ελληνικών γραμμάτων και φάρος, που εκπέμπει τις φωταγείς ακτίνες μιας νέας δημιουργικής δύναμης. Το κόσμημα όχι μόνον των Ελλήνων της Αιγύπτου, αλλά και του απανταχού Ελληνισμού.

Για να ξεχωρίζει από τις άλλες πόλεις, που έφεραν το ίδιο όνομα, η Αλεξάνδρεια έμεινε γνωστή στην ιστορία ως η Μεγάλη Αλεξάνδρεια ή η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κτίσμα του δημιουργού της νέας μεγάλης ιδέας του ελληνικού πνεύματος και της ελληνικής κληρονομιάς, που για αιώνες από τότε καθοδηγεί τις επερχόμενες γενεές ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Το κτίσιμό της, το 331 π.Χ., σημαδεύει τη νέα πορεία του ελληνικού πληθυσμού της, που έγινε το κέντρο του φωτός και της μεγάλης αρχαίας ελληνικής ιστορίας –Βασίλισσα της Μεσογείου.

Οι πνευματικοί θησαυροί, που συνδέονται με το πέρασμα των αιώνων από την πόλη του πανάρχαιου ελληνικού πολιτισμού, βοήθησαν στη συνέχεια να σταθεροποιηθεί το πέρασμα και η παρουσία των απογόνων της μεγάλης αυτής κληρονομιάς, ενώ από την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι και των ημερών μας, το πνεύμα της ελληνικής πνοής κυριαρχούσε και εκπολίτιζε τους ανά τους αιώνες κατοίκους.

Γεγονός παραμένει ένα στην ιστορία, ότι ο Ελληνισμός της Αιγύπτου από τότε, δηλαδή από την εποχή που ιδρύθηκε η πόλη της Αλεξάνδρειας, μέχρι σήμερα, διατήρησε την παρουσία του, έστω και μειωμένη.

Η παρουσία του Ελληνισμού στην Αίγυπτο συγκέντρώθηκε πάντοτε γύρω από το Πατριαρχείο και ακολούθησε σε δύσκολους καιρούς την ίδια πορεία, συνταυτίστηκε και συμπορεύτηκε. Από τότε, η Αλεξάνδρεια προόδευσε «εις μέγεθος και ευδαιμονίαν». Και όταν ακόμα ο Ελληνισμός ήταν κάτω από ξένους κατακτητές και πολεμήθηκε, το Πατριαρχείο διατήρησε τη δάδα του ελληνικού φωτός και του γνήσιου, αυθεντικού πολιτισμού, για να υπερηφανευόμαστε σήμερα ό,τι υπάρχει και απολαμβάνουμε ως Έθνος και Εκκλησία Ορθόδοξη.

Ακόμη και μόνο του, το Πατριαρχείο κράτησε τον Ελληνισμό με την πίστη του και την παιδεία του. Φυσικά συνετέλεσε η μακραίωνη ιστορία της πόλης της Αλεξανδρείας, που τόσο επί της εποχής των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά και των εν συνεχεία Μεγάλων Πατριαρχών και Πατέρων της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, μεγαλούργησε και θριάμβευσε μέσα σε δύσκολες και σκοτεινές ημέρες.

Εκεί, όμως, που οι Έλληνες έδειξαν τις πραγματικές τους ικανότητες, ήταν στο θέμα της παιδείας. Καμία άλλη ξένη εθνική ομάδα στην Αίγυπτο δεν οργανώθηκε καλύτερα όσο η ελληνική στον τομέα της παιδείας. Αναφέρουμε μόνο τα ονόματα μερικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, όπως του Αβερώφειου Γυμνασίου, της Σαλβαγείου Επαγγελματικής Σχολής του Μπενακείου Ορφανοτροφείου Θηλέων, της Ζερβουδακείου Αστικής Σχολής Αρρένων και Θηλέων, της Αριστοφρόνειας Σχολής, της Φαμηλιάδειας Σχολής και της Επαγγελματικής Σχολής. Όλα αυτά τα εκπαιδευτικά ιδρύματα λειτούργησαν, όπως μαζί με άλλα που δεν αναφέρονται εδώ, στην Αλεξάνδρεια μόνο.

Η ελληνική κοινότητα της Ιμπραημίας έχει παρουσιάσει εξαίρετο έργο, επίσης, στον τομέα της παιδείας, με την Πρατσίκειο Δημοτική Σχολή, την Κοκκινάρειο Δημοτική Σχολή, την Κασσίμειο Δημοτική Σχολή και τη Δαβαράκειο Δημοτική Σχολή. Δεν θα πρέπει να παραλείψουμε εδώ τα Πατριαρχικά Εκπαιδευτήρια, όπως την Πατριαρχική Σχολή Φώτιος Α΄, με Γυμνάσιο και Δημοτικό, το Πατριαρχικό Αλεξανδρινό Λύκειο, το Λύκειο Πυθαγόρας και το ιεροδιδασκαλείο του Αγίου Αθανασίου, επί Μελετίου Μεταξάκη.

Στον τομέα των εκδόσεων, δεν υστέρησε ο Ελληνισμός της Αιγύπτου. Ως μια ιστορική ανάγκη οδηγήθηκε ο Αιγυπτιώτης Έλληνας στην εκδοτική του προσπάθεια. Εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες βιβλία κυκλοφόρησαν στην Αίγυπτο από το 1853 και μετά. Επίσης, στον τομέα της δημοσιογραφίας δεν υπολείπονταν οι Έλληνες της Αιγύπτου. Υπολογίζεται ότι από το 1862 έως το 1962 κυκλοφόρησαν περισσότερα από 400 δημοσιογραφικά όργανα εφημερίδων και περιοδικών.

Οι Έλληνες της Αλεξανδρείας, μπροστά στις πρωτοποριακές τους ανόδους και τα επιτεύγματά τους, δούλεψαν σκληρά, με θυσία και άμιλλα, για να τιμήσουν έτσι τη χώρα που τους γέννησε και είδαν το φως της ημέρας. Ένα φως που σκορπούσε, απ’ όπου περνούσαν, σοφία και αυταπάρνηση, μεγαλουργήματα και επιτυχίες.

Τα ελληνικά εκπαιδευτήρια, οι πολιτιστικοί σύλλογοι και τα εντευκτήρια, οι εκκλησίες οι μεγαλοπρεπείς, τα Νοσοκομεία και άλλα παρόμοια, δεν είναι λόγος υπερβολικός, αλλά πραγματικότητα και ένα γεγονός σημαντικό στην πορεία του Απόδημου Ελληνισμού της Αιγύπτου και ιδιαίτερα εκείνου της Αλεξανδρείας.

Η Αλεξάνδρεια είναι το καμάρι του Ελληνισμού της Διασποράς, γιατί ήταν εξαρχής Ελληνικό Κέντρο Πολιτισμού, Γραμμάτων και Τεχνών. Συνεπώς, αυτή την ιστορική πραγματικότητα δεν μπορεί εύκολα κανείς να την αγνοήσει.

Χρειάζεται τόσο από μέρους της Ελληνικής Πολιτείας και του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου αγώνας και εργασία προς την κατεύθυνση αυτή. Και ένας να παραμείνει κάτοικος, που δεν θα συμβεί ποτέ, η Αλεξάνδρεια δεν θα χάσει την ελληνική της αίγλη και το Ελληνικό της Πνεύμα.

Ακόμα και το κοιμητήριο της Αλεξάνδρειας περικλείει ένα ζωντανό μήνυμα αισιοδοξίας –είναι ένα αποδεικτικό στοιχείο– και ας μην μπορούν οι νεκροί να μιλήσουν –έστω βουβά μας μεταδίδει αυτό το πνεύμα, με το οποίο έζησαν και δούλεψαν τόσες λαμπρές γενιές προγόνων μας στα ιερά της χώματα.

Το πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού, μαζί με εκείνο του Ορθόδοξου, συνυπάρχει για δύο τώρα χιλιετηρίδες. 

Έδωσε ό,τι καλύτερο και ωραιότερο μπορούσε για την ανάπτυξη και πρόοδο του τοπικού πολιτισμού, που οπωσδήποτε επηρεάστηκε.

 

Η Αλεξάνδρεια του Καβάφη

Το πέρασμα Έλληνα ποιητή και λογοτέχνη Κωνσταντίνου Καβάφη από την Αίγυπτο και η συμβολή του στη ζωή του Ελληνισμού, αποτελούν κεφάλαιο σημαντικό στη σύγχρονη ιστορία της πόλης.

Η ζωή του Καβάφη στην Αίγυπτο, έστω κι αν φαίνεται σύντομη σήμερα, σημάδεψε μια μεγάλη ιστορική σελίδα ενός Έλληνα απόδημου.

Εν τούτοις, επιγραμματικά μπορεί να χαρακτηρισθεί μια ζωή ενός αληθινού καλλιτέχνη ατάραχου, σιωπηλού και ακόμη επιφυλακτικού. Ζούσε στον κόσμο των δικών του ονείρων, με την προσπάθεια δημιουργίας ενός ιδανικού έργου, που έφερε την προσωπική του σφραγίδα. Άρχοντας ο ίδιος, που τηρούσε την παραδοσιακή συνήθεια, είχε την αίσθηση πάντα, ότι ήταν πρώτα Αλεξανδρινός και ύστερα Έλληνας!

Αφιέρωσε έτσι τον εαυτό του –τη ζωή του θα λέγαμε– στην ιστορική πόλη, που τον γέμιζε με ωραίες αναμνήσεις και τον έκανε να δημιουργεί δικές του ιστορίες, για την πόλη και τους ανθρώπους τους παλαιούς και τους τωρινούς, γράφοντας στίχους πολλούς. Η διαμονή του κοντά στην αρχαία εκκλησία του Αγίου Σάββα και στο ελληνικό νοσοκομείο, τον ηρεμούσε και γέμιζε την ψυχή του αισιοδοξία, ώστε συχνά έλεγε: «Βλέπετε τα ’χω όλα γύρω από το σπίτι μου: το νοσοκομείο, την εκκλησία». Σ’ εκείνο το νοσοκομείο άφησε την τελευταία του πνοή και σ’ εκείνη την εκκλησία ψάλθηκε η κηδεία του, το 1933.

Διαβάζοντας τα έργα του Κωνσταντίνου Καβάφη, διακρίνει κανείς τη σοβαρότητα και την ωριμότητα των σκέψεων και των συναισθημάτων του, που καταντά τελικά να γίνεται ένας ταλαντούχος υποκειμενικός ποιητής.

Παρ’ όλη την εσωστρέφειά του, ψάχνει να βρει μια διέξοδο, έναν νέο ορίζοντα για να εξερευνηθεί, κτυπά πόρτες κι ανοίγει παράθυρα, μα χωρίς αποτέλεσμα, κανένα λυτρωμό.

Έτσι, αφήνει τις ελπίδες και τις προσπάθειες και ενσωματώνεται με την πικρή πραγματικότητα. Γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημά του «Τα Παράθυρα»: «...ίσως το φως θα ’ναι μια τυραννία. Ποιος ξεύρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει...».

 

Πηγή: «Πατριαρχείον της Μεγάλης Πόλεως Αλεξανδρείας» εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος