Υποκλιθείτε στη Μεγάλη Ελλάδα! Eνα ταξίδι στη Νότιο Ιταλία

Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 151, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2014

«Magna Grecia! Όλη η Νότιος Ιταλία, μαζί με την Σικελία συγκροτούν αυτό που ακόμη και σήμερα αποκαλείται Μagna Grecia (Μεγάλη Ελλάδα). Καλαβρία (στη μύτη) και Απουλία (το τακούνι) της Ιταλικής μπότας μαζί με την Σικελία που μοιάζει να την κλοτσάει, αποτελούν τη συνέχεια του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού τη «γέφυρα» με τον επίσης μεγάλο ρωμαϊκό πολιτισμό.

Αμέτρητα είναι τα μνημεία με τα οποία έρχεται σε επαφή ο έλληνας επισκέπτης της Κάτω Ιταλίας και του θυμίζουν Ελλάδα. Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστό ένα ταξίδι στην Κάτω Ιταλία, ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, είναι τα γνωστά ως «ελληνόφωνα χωριά» της Κάτω Ιταλίας.

Τα ελληνόφωνα χωριά της Καλαβρίας είναι εννέα (Γκαλλιτσανό, Αμεντολέα ή Αμυγδαλέα, Κοντοφούρι, Ροχούδι, Χωρίο Ροχούδι, Βουνί ή Ροκκαφόρτε ντελ Γκρέκο, Χωρίο Βουνίου, Βούα ή Βονά (Μπόβα) και Γυαλός του Βούα - Bova Marina ή Φούντακας), αλλά στην ευρύτερη ορεινή περιοχή του βουνού Ασπρομόντε υπάρχουν αρκετά ακόμη με ελληνικά ονόματα (Βασιλικό, Στύλος, Πενταδάκτυλο, Καταφόριο, Ιέραξ (Τζεράτσε), Πολύστενα κ.ά.). Σε απόσταση 600 χλμ., στην περιοχή της Απουλίας (Σαλέντο), νοτίως του Λέτσε (Lecce, το οποίο ήταν γνωστό ως «Φλωρεντία του Νότου» ή «Αθήνα της Απουλίας») υπάρχουν άλλα εννέα ελληνόφωνα χωριά (Καλημέρα, Μαρτάνο, Μαρτινιανο, Κοριλιάνο ντ' Οτράντο, Καστρινιάνο ντέι Γκρέτσι, Τζολίνο, Σολέτο, Στερνατία και Μελπινιάνο) με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από γεωφυσική και οικονομική άποψη και με ελάχιστες επαφές και ανταλλαγές με τα χωριά της Καλαβρίας. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των δύο περιοχών είναι αυτή η μοναδική και ιδιόρρυθμη γλώσσα, η οποία επέζησε 27 ολόκληρους αιώνες μέσα από τα τοπωνύμια, τα τραγούδια, τις παραδόσεις και τα έθιμα των κατοίκων τους.

Η γρεκάνικη γλώσσα είναι ένα μίγμα αρχαίων, νέων ελληνικών και λατινικών. «I cardia mu iclei ja sena, glossa grica p' agapo» ξεκινά ένα από τα πολλά τραγούδια της Magna Grecia. Ένα ταξίδι στα ελληνόφωνα χωριά είναι μια συγκινητική επαφή με μία άλλη Ελλάδα που αξίζει και αυτή να ζήσει...

Το ταξίδι ξεκινά με ένα από τα πλοία της Superfast (Attica Group) από την Πάτρα ή την Ηγουμενίτσα. Μετά από δέκα περίπου ώρες (από Ηγουμενίτσα) ευχάριστου ταξιδιού με το «Superfast Ι» αποβίβαση την άλλη ημέρα το πρωί στο Μπάρι….»

Το Μπάρι (ιταλ. Bari) είναι η πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας και της περιφέρειας της Απουλίας (ή, στα Ιταλικά, Puglia) της Ιταλίας στην Αδριατική θάλασσα. Η πόλη αυτή καθ’ εαυτή έχει πληθυσμό 320.475 (2011) κατοίκων. Πολλά είναι τα αξιοθέατα στο Μπάρι όπως π.χ. το Θέατρο Πετρουτσέλι, μια από τις μεγαλοπρεπέστερες όπερες της Ιταλίας μετά τη Σκάλα του Μιλάνου και το Θέατρο Σαν Κάρλο στη Νάπολη. Επίσης η Μπαριβέκια, ή Παλιό Μπάρι, η οποία μέχρι αρκετά πρόσφατα θεωρούνταν απαγορευμένη περιοχή λόγω των υψηλών επιπέδων μικροεγκληματικότητας. Όμως όλα αυτά ωχριούν μπροστά στον απίστευτο πεζόδρομο την Via Sparano στο κέντρο της πόλης, με όλες τις μεγάλες εμπορικές φίρμες να έχουν καταστήματα εκεί…

Αν αφήσουμε προς το παρόν την Απουλία, για την επιστροφή, μπορούμε μέσω της Autostrada να βρεθούμε μετά από 370 περίπου χιλιόμετρα από την Αδριατική Θάλασσα στο Τυρρηνικό πέλαγος.

Προορισμός μας η πόλη Tropea στην οποία φθάνουμε αφού παρακάμψουμε τον Τάραντα, αφήσουμε πίσω μας το Metaponto και τον ναό της Ήρας, περάσουμε από την αρχαία Σίβαρη (νυν Sybaris) και κάνουμε δεξιά προς Cosenza. Έχουμε μπει πλέον στην Καλαβρία και σε λίγο θα αντικρύσουμε το Τυρρηνικό πέλαγος. Συνεχίζουμε παραθαλάσσια και κάποια στιγμή βγαίνουμε από την Εθνική οδό προκειμένου να φθάσουμε στην Tropea, (Τράπεια στα αρχαία ελληνικά) μια πόλη που μυρίζει Ελλάδα.

Εντυπωσιακή με τα σπίτια κρεμασμένα στους βράχους αποτελεί την «πύλη» μιας ευρύτερης περιοχής της Capo Vaticano που θεωρείται ένας από τους ονομαστούς τόπους διακοπών των Ιταλών, με πολλά μικρά και μεγάλα ξενοδοχεία… Επίσης ονομαστά και τα μεγάλα κόκκινα κρεμμύδια που παράγει η περιοχή, αλλά και η παραλία της η οποία συμπεριελήφθη από το CNN στις 20 πιο εντυπωσιακές απόκρημνες παραλίες του κόσμου.

Συνεχίζουμε και, αφού έχουμε την εντύπωση ότι η επωνυμία του κάθε χωριού που συναντούμε έχει ρίζα ελληνική, φτάνουμε στο Gioia Tauro λιμάνι δίπλα στην ομώνυμη πόλη που ίδρυσαν οι Έλληνες το 400 π.Χ. και είναι πατρίδα του αρχαίου ποιητή Στησίχορου.
Συνεχίζουμε και λίγο πιο κάτω συναντούμε τη Σκύλλα (ιταλικά: Scilla).

Εντυπωσιακά σκαρφαλωμένη πάνω στο βράχο με πολύ στενά δρομάκια, η Scilla βρίσκεται βόρεια των Στενών της Μεσσήνης. Κατά παράδοση θεωρείται το ιστορικό λημέρι του μυθικού πλάσματος Σκύλλα της ελληνικής μυθολογίας, με τη Χάρυβδη να έμενε απέναντι στη Μεσσήνη.

Επόμενος σταθμός το Ρήγιο (Ιταλικά: Reggio di Calabria) η έδρα της ομώνυμης επαρχίας και ο πληθυσμός της είναι 186.134 κάτοικοι. Το Ρήγιο ήταν μια από τις αρχαιότερες ελληνικές αποικίες της Κάτω Ιταλίας. Ιδρύθηκε το 720 π.Χ. από Ευβοείς στο νοτιότερο σημείο της Ιταλικής χερσονήσου, στον πορθμό της Μεσσήνης.

Στη Reggio di Calabria, αξίζει, εκτός από τη βόλτα στον τεράστιο σε μήκος πεζόδρομο όπου και η αγορά της πόλης, μια επί- σκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο όπου θα «αντιμετωπίσετε» τους πολεμιστές του Ριάτσε.

Οι πολεμιστές του Ριάτσε (I Bronzi di Riace) είναι δύο μοναδικά έργα αρχαίας ελληνικής τέχνης μπρούντζινα αγάλματα, τα οποία χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. Bρέθηκαν στο βυθό της θάλασσας ανοικτά του χωριού Ριάτσε και έγιναν σήμα κατατεθέν της Reggio di Calabria.

Τα δύο αγάλματα που ονομάζονται «ηλικιωμένος» και «έφηβος» ή «Α» και «Β» έχουν ύψος 2,05 και 1,98 μέτρα αντίστοιχα, πολύ υψηλά για την εποχή τους. Ζυγίζουν 400 kg το ένα. Αποδίδονται στη σχολή του Πολύκλειτου, ενώ μπορεί και να είναι έργο του Φειδία ή του εργαστηρίου του.

Επόμενος σταθμός τα ορεινά χωριά του Ασπρομόντε με τα γρεκάνικα χωριά της Καλαβρίας.

Πρώτο σταθμός το πιο ονομαστό, το Galliciano. Την ώρα που πλησιάζαμε στο χωριό και ήρθαμε αντιμέτωποι με την πινακίδα «calos irthete» μόλις είχε ολοκληρωθεί η γαμήλια τελετή στο χωριό και η νύφη με τον γαμπρό έβγαζαν φωτογραφίες στα στενά σοκάκια του χωριού. Και οι δυο αισθάνθηκαν την ανάγκη όπως μας εξήγησε σε άπταιστα ελληνικά η αδελφή της νύφης που την συναντήσαμε, να έρθουν στη γη των πατεράδων τους και να ξεκινήσουν από εδώ την κοινή ζωή τους. Η μητέρα της νύφης μας χαιρέτησε στα γρεκάνικα, ενώ η αδελφή της είχε σπουδάσει δυο χρόνια στη Θεσσαλονίκη ελληνική φιλολογία, γιατί όπως μας εκμυστηρεύτηκε ήθελε να μάθει καλά τα ελληνικά.

Το χωριό στην άγρια πλαγιά στο Ασπρομόντε (Άσπρο βουνό) καλά κρυμμένο, έχει πλέον πολύ λίγους κατοίκους ωστόσο θεωρείται το κέντρο των εννιά χωριών. Εκτός από την καθολική εκκλησία έχει και μια μικρή ορθόδοξη την Παναγία της Ελλάδας, η οποία χτίστηκε με χρηματοδότηση του Φαναριού.

Ιδιαίτερη μορφή του Galliciano o αρχιτέκτονας Mimmo Νucera, που μιλάει άπταιστα τα ελληνικά. Μιλήσαμε για λίγο μαζί του κοντά στην πλατεία Alimos, περιμένοντας να κατέβει η νύφη με τον γαμπρό από την «πάνω γειτονιά».

Μας σύστησε και τον κουμπάρο του Antonio o οποίος μας ξενάγησε στην «Πηγή της Αγάπης» (τη βρύση του χωριού) και στην ορθόδοξη εκκλησία και το μουσείο του χωριού.

Επόμενος σταθμός το Κοντοφούρι και στη συνέχεια η Αμεντολέα. Δυο μικρά χωριά με την ελληνική γλώσσα παρούσα. Αποκάλυψη όμως για τον ταξιδιώτη είναι η Bova (Μπούα) ψηλά πάνω στο Απρομόντε με θέα τη θάλασσα που απλώνεται μακριά.

Η Bova σε υποδέχεται με την επιγραφή «Kalos irtete ston Vua».

Εκεί και το «parko tos Sinertimato» (Πάρκο των Αναμνήσεων), ο «dromo Ajiu Antoniu» (δρόμος Αγίου Αντωνίου). Όλο το χωριό θυμίζει Ελλάδα λόγω κυρίως των επιγραφών σε διάφορα σημεία.

Και μετά στην παραλιακή Bova, την Bova Marina, όπου και το Instituto Studi Ellenofoni (Ινστιτούτο ελληνόφωνων Σπουδών) που στόχο έχει να διατηρηθεί η γκρεκάνικη γλώσσα.

Πιο πάνω προς το βουνό το εγκαταλελειμμένο Pentatattilo το οποίο ανακαινίζεται εκ βάθρων και ορισμένα σπίτια έχουν ανοίξει ως καταστήματα. Μια επίσκεψη στο χωριό παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς όλα τα σπίτια είναι πετρόκτιστα.

Όλη η περιοχή είναι ορεινή και φτωχή. Η γη παράγει ελάχιστα και κυρίως φραγκόσυκα...

Παίρνουμε όμως το δρόμο της επιστροφής και αφού περάσουμε από το Κρότωνα όπου μια επίσκεψη στο Μουσείο και στο κάστρο ενδείκνυται, πλησιάζουμε στον Τάραντα.

Η πόλη παραθαλάσσια έχει αναπτυχθεί πάνω σε μια μικρή νησίδα στο εσωτερικό της τοπικής λιμνοθάλασσας και στις ακτές γύρω απ' αυτή. Ο Τάραντας ήταν η μοναδική αποικία της Σπάρτης στη Μεγάλη Ελλάδα.

Μια γρήγορη βόλτα στην «παραλία» της πόλης και συνέχεια του ταξιδιού με προορισμό το Lecce, τη Φλωρεντία του Νότου, όπου και η βάση εξόρμησης στη Grecia Salentina. Νότια από το Lecce περίπου 20 χιλιόμετρα, η Grecia Salentina μας υποδέχεται με τα ελληνόφωνα χωριά Calimera (Kαλημέρα), Castrignano dei Greci (Kαστρινιάνo), Corigliano d' Otranto (Koριλιάνo), Zollino (Tζoλίνo), Sternatia (Στερνατία), Martano (Mαρτάνo), Martignano (Mαρτινιάνo), Melpignano (Mελπινιάνo) και Soleto (Σoλέτo). Πρόκειται για μια συμπαγή ζώνη 143,90 km2 με πληθυσμό 41.504 κατoίκων. Oι κoινότητες της Grecia Salentina βρίσκoνται πoλύ κoντά η μία στην άλλη.

Στην είσοδο του κάθε χωριού σε υποδέχεται η πινακίδα «Κalos Irtate» αλλά και σε άλλες γλώσσες (ελληνικά, ιταλικά, αγγλικά, γερμανικά, κ.λπ.)

Το Calimera είναι το πιο ονομαστό ελληνόφωνο χωριό καθώς έχει και ένα μικρό λαογραφικό μουσείο που αξίζει να επισκεφθεί ο ταξιδιώτης που θέλει να πληροφορηθεί όλη σχεδόν την ιστορία της περιοχής. Εκεί μπορεί να προμηθευτεί και κάποιες εκδόσεις για τα ήθη και έθιμα των «γκρίκο».

Σε όλα σχεδόν τα χωριά κοινό στοιχείο είναι διάφορες επιγραφές με ελληνικά ονόματα όπως Via Platea, στο Martano, «Το Αρτοποιείο», στο Coriliagno στο Castrignano dei Greci, Pizzeria «To Καlο Fai» και στο Calimera, οδοί όπως Via Athena, Via Constantinoupoli κλπ. Στο χωριό calimera στον δημοτικό κήπο τοποθετήθηκε το 1960, δώρο του Δημάρχου Αθηναίων επιτύμβια στήλη του 4ου π.Χ. αιώνα που στη μετόπη της γράφει « ZENI SU EN ISE ETTU STI KALIMERA» δηλ. «Ε- σύ δεν είσαι ξένος στο Καλημέρα».

Το Calimera είναι από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής καθώς έχει πάνω από 8.000 κατοίκους. Τα άλλα είναι μικρότερα αλλά όλα όμως πλούσια σε γρεκανική παράδοση, που σε καλεί να την ανακαλύψεις.

Η ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητά της Grecia Salentina είναι αποτέλεσμα της συνάντησης δύο πολιτισμών, του ελληνικού και του λατινικού. Οι ελληνικές όμως ρίζες είναι βαθιά ριζωμένες στην ψυχή των Γκρεκοσαλεντίνων και τους κάνουν να καμαρώνουν και να νιώθουν υπερήφανοι. Αυτό δεν είναι κάτι που αφορά μόνο το παρελθόν αλλά και ένα μέλλον που χτίζεται με τη φιλία και τη συνεργασία, γράφει ο Silvano Palama, πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Chetonia/Γειτονιά της Calimera, προλογίζοντας το βιβλίο «μια ματιά στην Grecia Salentina-ιστορία, πολιτισμός, γλώσσα» της Μαρίας Τζουλιάνη.

Tέλος ένα ταξίδι στην περιοχή μπορεί να περιλαμβάνει τρεις ακόμη περιοχές, την πόλη Matera, την πόλη Ostuni και το Almperobelo.

Η Ματέρα (ιταλικά: Matera) είναι μια Ιταλική πόλη της περιοχής Μπαζιλικάτα στην νότια Ιταλία. Βρίσκεται δίπλα σε ένα μικρό
φαράγγι, όπου ρέει ο ποταμός Gravina.

Η περιοχή της Ματέρας έχει κατοικηθεί από την Παλαιολιθική περίοδο και θεωρείται από τις παλαιότερες πόλεις του κόσμου.

Η Ματέρα απέκτησε διεθνή φήμη με την αρχαία πόλη "Sassi di Matera" (που σημαίνει "οι πέτρες-σπηλιές της Ματέρα").

Τα Sassi της Ματέρας είναι σπίτια-σπηλιές μέσα στα βράχια τα οποία έχουν ιστορία από την προϊστορική περίοδο. Υπάρχει η υποψία ότι ίσως εκεί εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι στην Ιταλία.

Tο Alberobello είναι μια πόλη στην περιοχή του Μπάρι της Ιταλίας γνωστή και σαν η «πρωτεύουσα των τρούλων», εξαιτίας των παραμυθένιων τρούλων του 15ου αιώνα που κοσμούν τα περισσότερα κτήρια της πόλης. Οι χαρακτηριστικοί τρούλοι είναι ένα συναρπαστικό αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό της περιοχής της Απουλίας, με σχήμα κωνικό και κατασκευασμένοι χωρίς κονίαμα.

Περισσότερα από 1500 κτήρια της πόλης έχουν αυτούς τους κωνικούς τρούλους και η πόλη έχει χαρακτηριστεί μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO.

Τέλος κοντά στο Alberobello είναι η πόλη Ostuni, μία κατάλευκη πόλη που όμοιά της δεν υπάρχει στην Ιταλία. Περισσότερο θυμίζει κυκλαδίτικο νησί.

 

Επιμέλεια: ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΟΣ