Η ευημερούσα Βενετία και το ελληνικό στοιχείο

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 153, Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2015

Πατήστε πάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

Η ευημερούσα Βενετία και το ελληνικό στοιχείο

Η ευημερούσα Βενετία και το ελληνικό στοιχείο

Η ευημερούσα Βενετία και το ελληνικό στοιχείο

Η ευημερούσα Βενετία και το ελληνικό στοιχείο

 

Το θέμα σε κείμενο

Η ιστορική διαδρομή των Ελλήνων της Βενετίας ακολούθησε την τροχιά που διέγραψε στο χρόνο η πολιτεία της υποδοχής τους. Η ελληνική κοινότητα γνώρισε ακμή, όταν η βενετική κοινωνία ευημερού- σε και άρχισε αντίθετα να φθίνει, όταν η Βενετία έπαψε να είναι Γαληνοτάτη, αναφέρεται στο βιβλίο «Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» Εκδόσεις Μίλητος.

Δέκτες και φορείς τάσεως και ροπών που πήγαζαν από μακραίωνες παραδόσεις, οι Έλληνες ανταποκρίθηκαν στις ζητήσεις της εποχής και δραστηριοποιήθηκαν στο πλαίσιο δομής της νέας τους πατρίδας.

Η ανάγκη των Ευρωπαίων να γνωρίσουν τα έργα της αρχαιότητας και η επικράτηση παράλληλα των επαναστατικών μεθόδων της τυπογραφίας, δημιούργησαν για τους Έλληνες συνθήκες που ευνόησαν την εισδοχή τους στο βενετικό περιβάλλον.

Όμως, οι μέτοικοι δεν περιορίστηκαν στην εκμετάλλευση των περιστάσεων. Συνεργάστηκαν ισότιμα με τους Ιταλούς και παρεμβαίνοντας κατά καιρούς αποφασιστικά σε ποικίλους τομείς δραστηριοτήτων, αναδείχθηκαν συχνά σε κύριους μοχλούς ώθησης προγραμμάτων. Ήδη, από τα τέλη του 15ου αιώνα, είχαν συγκεντρωθεί στη Βενετία διαπρεπείς λόγιοι, δάσκαλοι, αντιγραφείς χειρογράφων και επιμελητές κειμένων. Μια κρίσιμη συνεπώς μάζα εργατών του πνεύματος ήταν έτοιμη να στηρίξει τις προσπάθειες των πρώτων τυπογραφείων που λειτούργησαν στην πόλη και να ανα- λάβει στη συνέχεια πρωτοβουλίες. Συνεργάτες του Ιταλού τυπογράφου Άλδου Μανουτίου υπήρξαν, εκτός από τον Μάρκο Μουσούρο, γνωστοί φιλόλογοι, όπως ο Ιουστίνος Δεκαδύος, ο Δημήτριος Δούκας, ο Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Ο Ζαχαρίας Καλλιέργης τύπωσε το 1499, όπως έχει πιο πάνω αναφερθεί, το Μέγα Ετυμολογικόν, και στον επόμενο αιώνα Έλληνες (Ανδρέας Κουνάδης, Νικόλαος Σοφιανός, Ιππόλυτος Βάρελης, κ.ά.) και Ιταλοί τυπογράφοι (da Sabio, Zanetti, Damiano di Santa Maria, Spinelli, κ.ά.) τύπωσαν σειρές βιβλίων που διοχετεύτηκαν στην ορθόδοξη ανατολή.

Ευρύτατη διάδοση από τα μέσα κυρίως του 16ου αιώνα, είχαν το Ψαλτήριον, η Οκτώηχος, το Ωρολόγιον και το Πεντηκοστάριον. Μαζί με τα λειτουργικά, κυκλοφόρησαν επίσης βιβλία λαϊκά, γραμμένα στη δημοτική γλώσσα, όπως ο Απόκοπος (1509), το Πένθος Θανάτου (1524), το Άνθος Χαρίτων (1529), αλλά και εκδόσεις που κάλυπταν εμπορικές ανάγκες, όπως η Λογαριαστική (πρακτική αριθμητική) του Εμμανουήλ Γλυτζούνη (1568). Στην έκδοση και κυκλοφορία των πολυάριθμων αυτών βιβλίων συνέπρατταν από τη μια μεριά λόγιοι, κληρικοί (Βασίλειος Βάρελης, Νικόλαος Μαλαξός, Ζαχαρίας Σκορδύλης, Ιωάννης Ναθαναήλ, Θεοφάνης Λογαράς) και λαϊκοί (Δημήτριος Ζήνος, Αντώνιος Έπαρχος, Ανδρόνικος Νούκιος, Εμμανουήλ Γλυτζούνης), που εργάζονταν ως συγγραφείς, επιμελητές και διορθωτές βιβλίων, και από την άλλη έμποροι που χρηματοδοτούσαν το εκτυπωτικό έργο (Λουκάς Σουγδουρής, Αντώνιος Βεργής). Σπουδαία εκδοτική δραστηριότητα ανέπτυξαν στους επόμενους αιώνες τρεις Ηπειρώτες τυπογράφοι, ο Νικόλαος Γλυκής (1670), ο Νικόλαος Σάρος (1685) και ο Δημήτριος Θεοδοσίου (1755). Οι τυπογραφικές αυτές επιχειρήσεις υπήρξαν σημαντικά κέντρα ελληνικής βιβλιοπαραγωγής. Μόνο στο τυπογραφείο των Γλυκήδων, που λειτούργησε ως το 1854, τυπώθηκαν περισσότερα από χίλια βιβλία, θρησκευτικού και λαϊκού περιεχομένου, προσκυνητάρια, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, καραμανλίδικα, κ.ά. Το 1850, ιδρύθηκε το τυπογραφείο «Άγιος Γεώργιος» που πέρασε αργότερα στους αδελφούς Βελούδους. Το τέλος της επιτυχημένης δράσης των Ελλήνων στο χώρο της τυπογραφίας ήλθε με την παρακμή της κοινότητας.

Πολιτεία με ενδιαφέροντα στραμμένα προς το εμπόριο και τη θάλασσα, απ’ όπου αντλούσε τη δύναμή της, η Βενετία προσέφερε στους Έλληνες πολλαπλές δυνατότητες δράσης στο χώρο των εμπορικών συναλλαγών. Η ιστορία της ίδιας της Αδελφότητας είναι συνυφασμένη με την παρουσία και εξέλιξη των εμπόρων που είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία ή πηγαινοέρχονταν στο λιμάνι της. Έμποροι φαίνεται πως ήταν οι περισσότεροι από τους προέδρους της κοινότητας, έμποροι και ναυτικοί κατέβαλαν φόρους για να κτιστεί ο ναός του Αγίου Γεωργίου και έμποροι χρηματοδότησαν την έκδοση πολλών ελληνικών βιβλίων. Αλλά και εμπορικά εγχειρίδια τυπώθηκαν στη Βενετία, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες των εμπόρων στις συναλλαγές τους, ενώ με κληροδοτήματα Ελλήνων της Βενετίας συντηρήθηκαν σχολεία στην Αθήνα (Ντέκα) και τα Γιάννενα (Γκιόνμα). Η απαρχή και εξέλιξη της νεοελληνικής εμπορικής ναυτιλίας βέβαιον είναι ότι δεν μπορούν να μελετηθούν, αν δεν διερευνηθεί συστηματικά η συμμετοχή των Ελλήνων εμπόρων της Βενετίας στα διάφορα εμπορικά δίκτυα, καθώς και η έκταση και το είδος της ελληνοβενετικής εταιρικής συνεργασίας. Το άφθονο αρχειακό υλικό, φυλαγμένο σήμερα στο Ινστιτούτο (οικονομικά βιβλία, φορτωτικές, αλληλογραφία εμπόρων κλπ.), περιμένει επιτακτικά τον ερευνητή που θα το αξιοποιήσει.

Πολυάριθμα αρχειακά τεκμήρια αφορούν τους εμπόρους Κωνσταντίνο Σελέκη, Λάμπρο Σάρο, Γεώργιο Μέλο και Δημήτριο Περούλη. Ο Μέλος είχε αναπτύξει εμπορικές σχέσεις με την Αίγυπτο και Ισπανία, άλλοι πάλι έμποροι με τα ιταλικά λιμάνια και την Τυνησία. Από τα τέλη του 17ου αιώνα, οι Έλληνες έμποροι εμφανίζονται ενταγμένοι στα βενετικά συλλογικά επαγγελματικά όργανα, επιτυγχάνοντας την εκπροσώπησή τους πρώτα στους Capi di Piazza (πρόδρομη μορφή εμπορικού επιμελητηρίου) και αργότερα στην Deputazione Mercantile. Ορισμένοι, όπως οι αδελφοί Μαρούτση, απέκτησαν τέτοια οικονομική επιφάνεια, ώστε κατάφεραν να ανέλθουν σε ανώτερες βαθμίδες της τοπικής κοινωνίας. Δηλωτική της συμμετοχής του ελληνικού εμπορικού στοιχείου στην οικονομική ζωή της πόλης, είναι η μαρτυρία ότι στα τέλη του 18ου αιώνα οι εμπορικές επιχειρήσεις των Ελλήνων αριθμούσαν τις 44. Με τις νέες συνθήκες που δημιούργησε στο διεθνές εμπόριο η πολιτική συγκυρία στον 19ο αιώνα, οι Έλληνες εγκατέλειψαν το βενετικό λιμάνι και στράφηκαν προς άλλες κατευθύνσεις, όπως τα λιμάνια της Τεργέστης και του Λιβόρνου, που τους άνοιγαν καινούργιους ορίζοντες δράσης.

Ιδιαίτερη θέση στη μικροκοινωνία των Ελλήνων που έζησαν στη Βενετία έχουν οι ζωγράφοι, οι οποίοι δημιούργησαν με την τέχνη τους εκλεκτά έργα, υψηλής ποιοτικής αξίας. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής της, η Αδελφότητα είχε δεχθεί από τους πρόσφυγες δωρεές θαυμαστών εικόνων. Αριστουργήματα παλαιολόγειας τέχνης, δύο εικόνες του Χριστού (Χριστός Παντοκράτορας και Χριστός ενδόξη) ανήκαν στην Άννα Νοταρά Παλαιολογίνα που τις είχε φέρει από την Κωνσταντινούπολη. Από την Κρήτη είχε έλθει, προσκαλεσμένος της Αδελφότητας, ο Μιχαήλ Δαμασκηνός που άφησε τη σφραγίδα της τέχνης του στο τέμπλο και στο ιερό του ναού του Αγίου Γεωργίου. Το έργο της διακόσμησης της εκκλησίας συνέχισαν και συμπλήρωσαν ο Ιωάννης Κάπριος, ο Βενέδικτος Εμπόριος και ο Εμμανουήλ Τζάνες. Κρητικοί ήταν, επίσης, ο Μάρκος και ο Θωμάς Μπαθάς, καθώς και ο Θεόδωρος Πουλάκης. Μαθητής του Μπαθά ήταν ο Κερκυραίος Εμμανουήλ Tζανφουρνάρης. Από τους ζωγράφους, μερικοί ήταν εφημέριοι του ναού, όπως λ.χ. ο Τζάνες, και άλλοι έλαβαν ενεργό μέρος στη διοίκηση της Αδελφότητας, όπως ο Θωμάς Μπαθάς και ο Λέος Μόσκος, βικάριος ο πρώτος και scrivano ο δεύτερος, του διοικητικού συμβουλίου. Μέλη της Αδελφότητας μνημονεύονται στα μητρώα του 16ου αιώνα περισσότεροι από τριάντα ζωγράφοι, μεταξύ των οποίων ο Ιωάννης Περμενιάτης, ο Μάρκος Καούζος, ο Γεώργιος Σκορδίλης, ο Νικόλαος Γριμάνης κ.ά. Στη Βενετία εργάστηκε ακόμη ο Αντώνιος Βασιλάκης (Aliense) που ζωγράφιζε με δυτικό τρόπο και εδώ έφθασε από τον Χάνδακα ο πολύς Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, όπως δείχνουν αρχειακές μαρτυρίες που έφερε στο φως η Μαρία Κωνσταντουδάκη…

Τα ζωγραφικά έργα που έχουν συγκεντρωθεί στη Βενετία είναι τα περισσότερα έργα Κρητικών ζωγράφων. Εκφράζουν την πολιτιστική ατμόσφαιρα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και καθρεφτίζουν τα ιδεολογικά ρεύματα και τις καλλι- τεχνικές προτιμήσεις της εποχής. Προϊόντα της γόνιμης συναίρεσης δύο παραδόσεων, της ελληνικής με τις βαθειές στο Βυζάντιο ρίζες της και της ιταλικής με τις νεωτερικές ροπές και τα νέα κεντρίσματα φαντασίας, οι ελληνικές εικόνες στη Βενετία διακρίνονται για την πρωτοτυπία στη συγκατάμειξη των στοιχείων και την προσήλωση στις θέσεις της ορθόδοξης λατρείας.

Η μελέτη της συμπεριφοράς που επέδειξαν διαχρονικά ως κοινωνικό σύνολο οι confratelli, οι οργανωμένοι δηλαδή σε κοινότητα Έλληνες της Βενετίας, οδηγεί στην επισήμανση μιας σειράς σταθερών γνωρισμάτων. Η αντοχή στην αλλαγή και η προσαρμοστικότητα στο νέο περιβάλλον, αποτελούν βασικά γνωρίσματα των Ελλήνων της Διασποράς. Η Αδελφότητα οργανώθηκε υποδειγματικά, με βάση τους κανόνες του βενετικού κράτους και οι οικονομικές δυσκολίες αντιμετωπίστηκαν με δυναμισμό και επινοητικότητα. Η επιβολή φορολογίας στα ελληνικά πλοία, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για την ανέγερση της εκκλησίας, η εξοικείωση των Ελλήνων με τις επαναστατικές μεθόδους της τυπογραφίας που επηρέασαν την παιδεία όλου του κόσμου και η εισχώρηση των εμπόρων και επιχειρηματιών στους μηχανισμούς της βενετικής οικονομίας είναι δείγματα της ευελιξίας, με την οποία κινήθηκε το ελληνικό στοιχείο στον ξένο κοινωνικό χώρο.

Η φιλοκαλλία συνιστά άλλο γνώρισμα του ελληνισμού της Βενετίας. Τη μαρτυρεί αδιάψευστα το ωραίο κτηριακό συγκρότημα της «Πλατείας των Ελλήνων», του Campo dei Greci, που περιλαμβάνει το μέγαρο της Φλαγγινείου Σχολής, σημερινή έδρα του Ινστιτούτου, τη Scoletta, όπου στεγάζεται το Μουσείο των Εικόνων και η αίθουσα εκδηλώσεων (παλαιά Αίθουσα Διασκέψεων της Αδελφότητας, Sala del Capitolo), το ναό του Αγίου Γεωργίου με τον ευρύχωρο περίβολο και το καμπαναριό. Η φροντίδα επιλογής ικανών αρχιτεκτόνων και ζωγράφων για την εκτέλεση των οικοδομικών και καλλιτεχνικών έργων αντανακλά τις υψηλού επιπέδου αισθητικές απαιτήσεις των μελών της Αδελφότητας.

Επιθυμία όλων, δηλώνεται χαρακτηριστικά σε απόφαση της κοινότητας σχετικά με τη διακόσμηση του ναού, είναι η ζωγραφική εργασία να εκτελεστεί «με τη μεγαλύτερη μεγαλοπρέπεια και τελειότητα που όλοι μας επιθυμούμε» (accio l’opera si facci di quella maggior excellentia et perffettione che da tutti noi èdesiderata…). Μολονότι είχαν γίνει πλέον πολίτες Βενετοί, οι Έλληνες επέμεναν στη διατήρηση του καλλιτεχνικού κλίματος που επικρατούσε στη δική τους «ιερή», «αληθινή» και «ευσεβή» (sacra, vera, divota), όπως την έλεγαν, τέχνη, ενσυνείδητα προσκολλημένοι σε καθιερωμένους εικονογραφικούς τύπους της ορθόδοξης παράδοσης. 

Το πρόπλασμα του ναού, που είχε παραγγείλει το 1536 η Αδελφότητα, έπρεπε να γίνει, σύμφωνα «με τους κανόνες και τους τρόπους της ελληνικής τεχνοτροπίας».

Ο διάσημος Βενετός ζωγράφος Tintoretto, που είχε αναλάβει με απόφαση της Αδελφότητας, στα τέλη του 16ου αιώνα, να επιβλέπει την εργασία του ζωγράφου Ιωάννη Κυπρίου, αναλάμβανε την υποχρέωση να μεριμνήσει, ώστε να ακολουθηθεί στο έργο ο ελληνικός ρυθμός. Τα ενδύματα, οι μορφές και οι εκφράσεις έπρεπε να ζωγραφιστούν, με βάση τη vera arte greca.

Με το ίδιο σκεπτικό απέρριψε η Αδελφότητα το σχέδιο που είχε φτιάξει ο Palma για τη διακόσμηση του ναού με ψηφιδωτά, κρίνοντας ότι δεν ήταν σύμφωνο με την «ελληνική τεχνοτροπία». Οι μαρτυρίες αυτές αρκούν, για να καταδειχθεί ότι οι Έλληνες, μολονότι είχαν ενταχθεί στις κοινωνικές δομές της νέας τους πατρίδας, αντιστέκονταν συνειδητά σε επιδράσεις που θα τους οδηγούσαν στην αφομοίωσή τους από τους ξένους.

Όμως, εκτός από την προσαρμοστικότητα στο βενετικό περιβάλλον, την καλαισθησία και την προσήλωση στη βυζαντινή τεχνοτροπία, ένα ακόμη σημαντικότατο γνώρισμα εγγράφεται στη νοοτροπία του ελληνισμού της Βενετίας. Οι Έλληνες που ζούσαν στο μυχό της Αδριατικής, είχαν συνείδηση της σημασίας που είχε για τον κόσμο της Διασποράς η Αδελφότητα και ο ναός του Αγίου Γεωργίου, του San Zorzi della Nazion Greca. Ο όρος nazione greca, ανεξάρτητα από την ειδική έννοια της «εθνικής αδελφότητας», κατέληξε να ταυτίζεται με όλο «το γένος των Γραικών». Σε γράμματα που είχε στείλει η Αδελφότητα προς τους ηγεμόνες της Βλαχίας και Μολδαβίας (1641, 1642), με τα οποία τους ζητούσε οικονομική συνδρομή, υπάρχει σαφής μνεία του ιστορικού ρόλου του ναού του Αγίου Γεωργίου. Ο ναός, σημειώνουν χαρακτηριστικά οι αδελφοί, δεν είναι «μιας πόλεως ή επαρχίας, αμή όλου απλώς του γένους των Ρωμαίων… ετούτος μόνος, χωρίς καμιάν υπερβολήν, η μπορεί να κραχθή ιερά άγκυρα εις την οποίαν σαλεύει όλη η σωτηρία του γένους μας, διατί όλοι οι άλλοι ναοί των Ρωμαίων είναι αποκάτω εις τυραννικήν χείρα πλην ετούτου, ο οποίος, αίση θεία και της Γαληνοτάτης ετούτης Αυθεντίας, καρπούται ελευθερίας τε παντελούς και ορθοδόξου παρρησίας…».

 

Πηγή: «Η ΒΕΝΕΤΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» Εκδόσεις Μίλητος

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος