Ποιο είναι το «Κρήδεμνο» στις τρικυμίες της ζωής μας;

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 169, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2017

Ποιο είναι το «Κρήδεμνο» στις τρικυμίες της ζωής μας; 

 Ποιο είναι το «Κρήδεμνο» στις τρικυμίες της ζωής μας;

 

Το θέμα σε κείμενο 

 

Γράφει ο Ευάγγελος Γ. Σπύρου, εκδότης του «Ασφαλιστικού ΝΑΙ»

 

Κρύδεμνο είναι το Κεφαλόδεσμο - σωσίβιο, από την λέξη Κάρα=κεφάλι και δέμνω=δένω. Στην Πέμπτη Ραψωδία της Οδύσσειας, ο μέγας ποιητής μας Όμηρος περιγράφει την ταλαιπωρία του Οδυσσέα από τον Ποσειδώνα και την μεγάλη τρικυμία που υπέφερε πάνω σε μια σχεδία. Επιθυμούσε να φύγει από το νησί της Καλυψώς και να γυρίσει σπίτι του στο νησί του. Με την βοήθεια της, φτειάχνει μία σχεδία και αναχωρεί. Ο Ποσειδών προκαλεί τρικυμία, τον πέταξε στα βράχια και σαν χταπόδι τον έδερνε μέχρι που τον κύμα τον έριξε στη θάλασσα. Άλλοι πνίγονται στη θάλλασα και τη ζωή, άλλοι σώζονται την τελευταία στιγμή από κάποιο θεϊκό θαύμα, εδώ ο Οδυσσέας σώθηκε με παρέμβαση της Αθηνάς. Καθώς γλυκοχαράζει το 2018 εύχομαι να βρίσκεται ένας Θεός να μας σώσει όπως η Αθηνά έσωσε τον Οδυσσέα κόντρα στον Ποσειδώνα και να στέλνει μια Ινώ-Λευκοθέα με ένα σωσίβιο σωστικό «Κρήδεμνο»,σωστικό κεφαλόδεσμο να στείλει στους ανθρώπους που «θαλασσοδέρνονται» στην τρικυμία μια ατυχίας, μιας κακομοιριάς μιας ορφάνιας, ενός θανάτου, μιας μοναξιάς, μιας ανεργίας.

Ποιο είναι σωστικό «Κρήδεμνο» για εμάς; Ποιο είναι σωστικό σωσίβιο «Κρήδεμνο»; Είναι ευχή γονιών; Ο Θεός; Άνθρωποι; Υγεία; Η ασφάλιση; Tι απ’ όλα; Ο Χριστός που γεννήθηκε και γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα;

Εύχομαι να βρείτε το δικό σας «Κρήδεμνο» (Κρήδεμνο από το Κάρα=κεφάλι και δέμνω=δένω).

Η περιγραφή του Ομήρου της πάλης με τα κύμματα ας είναι μια ιστορία χρήσιμη για χρήση στο 2018.Είναι από την Ομήρου Οδύσσεια, εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ μετάφραση Θεόδωρος Γ.Μαυρόπουλος.

Ίσως να είναι χρήσιμη περιγραφή για τα παιδιά καθώς βγαίνουν στο ταξίδι της ζωής.

Ομήρου Οδύσσεια «Ραψωδία Ε΄»

.....«Η ροδοδάχτυλη αυγή η πρωινή σαν βγήκε, ο Οδυσσέας φόρεσε χλαμύδα και χιτώνα∙ φόρεσε και η Καλυψώ φόρεμα ασημένιο, χαριτωμένο και λεπτό, στη μέση της μια ζώνη όμορφη και ολόχρυση, μαντίλα στο κεφάλι∙ σκεφτόταν το ταξίδι πια τώρα του Οδυσσέα. Τρανό πελέκι του δώσε, που ταίριαζε στην φούχτα, σκονισμένο χάλικινο, που δίκοπο είχε γίνει, σ΄ ένα στειλιάρι απ’ ελιά καλά συνταιριασμένο. Κι ένα σκερπάνι του δώσε και αυτός τραβούσε τότε προς του νησιού τα ακρινά, όπου ήταν μαζεμένα δέντρα ψηλά, σκλήθρες, λεύκες, ψηλούρανα ελάτια, στεγνά πολύ κατάξερα, ανάλαφρα να πλέουν. Αφού λοιπόν του έδειξε που βρίσκονταν τα δέντρα, η Καλυψώ, λαμπρή θεά, γυρνούσε στη σπηλιά της. Κι αυτός τα δέντρα έκοψε, πελέκησε τους κλώνους ,με το σκερπάνι τα ξύσε, τα ίσιωσε με στάθμη∙ Η Καλυψώ τότε έφερε, του έδωσε τρυπάνια.

Αυτός τρυπάνισε καλά και τα συνταίριαξε όλα∙ δεντρόφλουδες ξυλόκαρφα συνάρμοζαν τα ξύλα.

Όσο γύρω πάτο φαρδύ για φορτηγό καράβι χαράζει ένας μαραγκός, της τέχνης τέλειος γνώστης, τόσο έκανε σχεδία πλατιά ο Οδυσσέας. Σανίδωμα καλόστησε τοποθετώντας ξύλα και με σανίδες μακριές ξετέλειωσε τη στρώση. Κι ένα κατάρτι στήριξε με ταιριασμένη αντένα κι ένα τιμόνι έβαλε, να κυβερνάει το σκάφος. Με ιτιάς κλώνους έφραξε τριγύρω τη σχεδία, να είναι φραγμός στο κύμα∙ κι έβαλε σωρό φύλλα. Η Καλυψώ τότε η θεά λινά του κουβαλούσε πανιά να κάνει∙ με τέχνη τα έκανε εκείνος∙ Ξάρτια και σχοινιά και σκότες έδεσε στη σχεδία και με μοχλούς στη θάλασσα την έσπρωξε να πέσει.......

.......Δεκαεφτά μερόνυχτα αρμένιζε εκείνος, στις δεκαοκτώ φάνηκαν τα σκιερά τα όρη, απ’ όπου εκείνος έβλεπε, της χώρας των Φαιάκων∙ στ΄ ανταριασμένο πέλαγος έμοιαζαν με ασπίδα.

Η παρέμβαση του Ποσειδώνα-Τρικυμία

Γύριζε απ΄ του Αιθίοπες ο μέγας κοσμοσείστης κι από των Σολύμων τα βουνά μακριά τον είδε μπρος του που αρμένιζε και πιο πολύ φούντωνε η οργή του∙......

......Σύννεφα μάζεψε και τάραξε το κύμα την τρίαινά του έχοντας∙ ξεσήκωσε μπουρίνια με ανέμους κάθε λογής και σκέπασε με νέφη στεριά μαζί και θάλασσα∙ απ’ τον ουρανό νύχτα απλώθηκε. Εύρος, Νότος, Ζέφυρος, αγριεμένος, Βοριάς αιθερογέννητος, έφεραν μέγα κύμα.

Γόνατα, ψυχή τσάκισαν του Οδυσσέα τότε και στην περήφανη ψυχή καημός γεμάτος είπε: «Αλίμονο ο δύστυχος τι θ΄ απογίνω τώρα; Φοβάμαι μήπως η θεά σωστά τα είπε όλα, που έλεγε στη Θάλασσα, πριν φτάσω στην πατρίδα, θα έχω πλήθος βάσανα∙ τώρα μου βγαίνουν όλα. Για δες, με πόσα σύννεφα τα ουράνια πλάτη ζώνει ο Δίας, πως τη θάλασσα τάραξε! Τα μπουρίνια κάθε ανέμου λυσσομανούν πια γλιτωμό δεν έχω. Και τρείς και τέσσερις φορές μακαρισμένοι είναι όσοι στην Τροία για τους γιούς χάθηκαν του Ατρέα. Μακάρι να με σκότωναν, να παίρναν τη ζωή μου τη μέρα που μου έριχναν με χάλκινα κοντάρια οι Τρωαδίτες, το νεκρό σαν έπαιρνα Αχιλλέα! Θα είχα νεκρικές τιμές κι ένδοξο τ όνομα μου, μα με τρισάθλιο θάνατο ήταν γραφτό να πάω!.....

.........Από τη σχεδία έπεσε μακριά και το τιμόνι του ξέφυγε απ’ τα χέρια∙ στη μέση το κατάρτι έσπασε η μπόρα η φρικτή ανάκατων ανέμων∙ έπεσε μες στη θάλασσα μακριά πανί κι αντένα.

Βούλιαξε εκείνον στα βαθιά για πολύ δεν μπορούσε απ’ την ορμή του κύματος να βγει επάνω πάλι∙ τα ρούχα που δώσε η θεά βαρύ τον είχαν κάμει. Τέλος, αργά ξεπρόβαλε και έφτυσε την άρμη που από το κεφάλι του πικρή χυνόταν σαν ποτάμι. Κι ωστόσο δεν λησμόνησε κι ας είχε αποκάμει, όρμησε μες τα κύματα, πιάστηκε απ’ τη σχεδία και κάθισε στη μέση της, το χάρο να ξεφύγει. Τρανό το κύμα έσερνε εκείνην πέρα δώθε.

Ο φθινοπωρινός βοριάς όπως τ’ αγκάθια σέρνει στον κάμπο κι όλα τους σφικτά κολλούν το ένα στ’ άλλο,έτσι κι αυτήν στο πέλαγος έσερναν δώθε κείθε οι άνεμοι∙ μια ο Νότος στο Βοριά, να τη σύρει, την έριχνε, μια ο Εύρος στο Ζέφυρο ωθούσε.»......

Τότε εμφανίστηκε η Ινώ η Λευκοθέα και του έδωσε ένα κεφαλόδεσμο «Κρήδεμνο» να το τυλίξει στο στήθος του σαν σωσίβιο. Ο Ποσειδώνας θύμωσε.

.......«Όπως αέρας δυνατός τη θημωνιά τινάζει με τα κατάξερα άχερα σκορπώντας τα ολούθε, έτσι τα ξύλα σκόρπισε της σχεδίας κι εκείνος σ΄ ένα ξύλο σκαρφάλωσε, άλογο σαν να ήταν και πέταξε τα ρούχα του απ’ τη θεά δοσμένα. Ευθύς τον κεφαλόδεσμο τον άπλωσε στα στήθη. Μπρούμητα έπεσε μεμιάς ανοίγοντας τα χέρια και βάλθηκε να κολυμπά.»..... 

Μετά από αυτά η Αθηνά επενέβη και διέταξε να σταματήσει ο αέρας και τα κύματα. Ο Οδυσσέας ξέφυγε τον θάνατο σταμάτησε η τρικυμία και βγήκε στη στεριά των Φαιάκων. Μάζεψε φύλλα σκεπάστηκε και τον πήρε ύπνος βαθύς, όπου τον βρήκε η Ναυσικά.»

Αναζητήστε το προτότυπο και διαβάστε όλη την Ε΄ Ραψωδία για να τη θυμάστε το 2018 και για όλη τη ζωή σας.

Οι τρικυμίες κάποτε τελειώνουν!

Καλό 2018!