ΠΕΡΑ, το σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης

Διαβάστε το άρθρο όπως δημοσιεύθηκε στο Ασφαλιστικό ΝΑΙ, τεύχος 155, Μάιος - Ιούνιος 2015

Πατήστε πάνω στις εικόνες για μεγέθυνση

ΠΕΡΑ, το σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης

ΠΕΡΑ, το σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης

ΠΕΡΑ, το σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης

ΠΕΡΑ, το σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης

 

Το θέμα σε κείμενο

Η ιστορική διαδρομή, η ανάπτυξη και εξάπλωση του προαστείου της Περαίας ή του Πέρα, του Σταυροδρομίου όπως έγινε ευρύτερα γνωστό, αντίκρυ της βυζαντινής Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί ένα ξεχωριστό - όσο κι αν ακολουθεί τη μοίρα της Βασιλεύουσας - και εν πολλοίς άγνωστο κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας. Και το Σταυροδρόμι, ως κοιτίδα για τους τελευταίους κυρίως αιώνες της ελληνικής ομογένειας, με τις εκκλησίες του, τα εκπαιδευτήρια, τους συλλόγους, τα καταστήματά του κλπ., ανέδειξε μια κοσμοπολίτικη Ρωμιοσύνη πάνω ακριβώς στο σταυροδρόμι Ανατολής-Δύσης. Το «Ασφαλιστικό ΝΑΙ», δείχνοντας σεβασμό στη μακραίωνη ιστορία του Ελληνισμού, φιλοξενεί στις επόμενες σελίδες αποσπάσματα και σπάνιο φωτογραφικό υλικό από το βιβλίο «ΠΕΡΑ, Το Σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης» του συγγραφέα Ακύλα Μήλλα που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ, αποδίδοντας ένα ελάχιστο δείγμα τιμής και χρέους σ’ αυτούς που συμμετείχαν, αλλά και σ’ αυτούς που θέλουν να γνωρίσουν.

Στην «Κωνσταντινούπολίν» του ο Σκαρλάτος Βυζάντιος αναφέρει χαρακτηριστικά: α) ότι «η Κωνσταντινούπολις μόνη είνε εν βασίλειον, κατά τον μέγαν λόγον του Ναπολέοντος Α΄», β) ότι το Πέρα θεωρείται «συνέχεια του πρωτίστου των της Κωνσταντινουπόλεως προαστείων», δηλαδή του Γαλατά και γ) ότι «ευρίσκεται καταντικρύ της Κωνσταντινουπόλεως». Έτσι έβλεπαν την Κωνσταντινούπολιν «και οι Ευρωπαίοι έμποροι και οι βυζαντινοί».

Την αλήθεια αυτή διεπίστωσαν και περι- έγραψαν στα κείμενά τους και όσοι ξένοι ή ημέτεροι ασχολήθηκαν ανέκαθεν με το θέμα «Περαία-Πέρα» της Κωνσταντινουπόλεως. Όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα αναφέρω χαρακτηριστικά μόνο δύο σύγ- χρονούς μας, έναν Ομογενή και έναν Τούρκο, που καλύπτοντας χρονικά την περίοδο των δύο τελευταίων αιώνων, 19ο και 20ό, θα μας πουν ότι «το Μπέιογλου προέκυψε από τον παλιό Γαλατά των Γενουηνσίων και την προέκτασή του προς το Πέραν των Βυζαντινών», ή ότι «ο Γαλατάς υπήρξε το ευρωπαϊκό προγεφύρωμα της Πόλης και του Πέρα».

Οι κατ’ επιλογήν ιστορικές αυτές αναγραφές επισημαίνουν και το κατ’ εξοχήν σημαντικό στοιχείο: ότι το «Πέραν» ως συνοικιακή χωρο-οργάνωση και χωριστός πολεοδομικός ιστός, προέκυψε και συγκροτήθηκε από τη φυσική «αναρρίχηση» του «πέραν του άστεως παραπολίου», του Γαλατά, στα ύπερθεν υψώματά του, στις πλαγιές της περαίας πόλης.

Από τη βασική αυτή διαπίστωση ξεκινώντας και ο συγγραφέας, σχημάτισε και προσφέρει, σε ξεχωριστές ενότητες, α) την ιστορία του Γαλατά, μέχρι την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453), β) την εξέλιξη του Γαλατά μεταβυζαντινά και μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης ορθόδοξης κοινότητας, γ) την επέκτασή της προς τα υψώματα της «Περαίας» και δ) τη δομή, διάπλαση και διαμόρφωση της μεγαλώνυμης Κοινότητας του Πέραν, σαν «το Σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης», τόσο με την περιορισμένη τοπογραφική του έννοια, όσο και με την ευρύτερη.

Κάθε περιοχή της Πόλης στις ακτές του Κερατίου, του Βοσπόρου και της Προποντίδας με τα νησιά, αποτελεί εύχυμο κεφάλαιο στο ιστορικό της Ρωμιοσύνης. Ανάμεσα στις κεντρικότερες και πολυειδέστερες και ο Γαλατάς, με ουσιαστική συμβολή στο γίγνεσθαι της μεταβυζαντινής Ομογένειας και με ταυτότητα παμπάλαια και ποικιλώνυμα υπογεγραμμένη από Γενοβέζους, Βενετσάνους, Φραγκολεβαντίνους και ντόπιους, που απάρτιζαν και το πολυεθνικό μωσαϊκό του. Μ’ αυτήν ξεκίνησε και το Πέρα.

Στη μετά το 16ο αιώνα όμως Πόλη, δύο περιοχές της φωτοδόμησαν εξαίσια τη ζωή και την πορεία της Ρωμιοσύνης, το Φανάρι (1600 κ.ε.) και το Πέρα – Σταυροδρόμι (1800 κ.ε.): το Φανάρι, ως ιστορική έκφραση της πρωτοθρόνου Ορθοδοξίας, με συνοχική κάλυψη της ευθύνης για το στοιχείο μας και το Πέρα, ως μήνυμα εκπαγλωσύνης της Ομογένειας και χώρος έξαρσης της δημιουργικής της έντασης. Αυλή εστιάσεως, εξάλλου, το Φανάρι της Θεοστήρικτης οικουμενικής Καθέδρας, εκπέμπει «εσαεί την εσαεί εκλάμπουσαν χάριν» της Εκκλησίας. Κατάκτημα όμως ανθρώπινης μεγαλοφροσύνης και ικανότητας το «πέρα» εξήντλησε ήδη, «ουκ οικεία βουλήσει», την υπεροχικότητά του. Υπέστη τη φθορά των ασταθών καιρών και λειτουργεί με την παραδοσιακή του κοινοτική υπευθυνότητα, με την ιδιάζουσα καθεδρική εκκλησιαστική του διακριτικότητα και την επαινετή, αλλ’ ανησυχητική μαρτυρία του για τα περαιτέρω.

Μέσα σε μια αρχαιόπρεπη Πόλη, σταυροδρόμι δύο κόσμων, Ανατολής και Δύσης, εξυφάνθηκε με το «Πέρα» και «Σταυροδρόμι» δύο ιδεολογιών, της ανατολίτικης- συντηρητικής και της δυτικής-προοδευτικής. Μεταβυζαντινή μονιμότητα η πρώτη, συμπορεύεται μεταγενέστερα με τη δεύτερη.

Πρόκληση και έναυσμα, οι επίσημες εξαγγελίες για εκδημοκρατισμό και εξευρωπαϊσμό της χώρας, η διακήρυξη αρχών για κοινωνικές διαμορφώσεις στους κόλπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι κρατικές επαγγελίες περικλείουν πειστικότητα και κατοχυρώνουν και θεσμικά το πλαίσιο που αναπτύσσεται και ακμάζει το ομογενειακό στοιχείο, ήδη από το 19ο αιώνα, σε σύμπραξη και με Οθωμανούς δυτικιστές και με Ευρωπαίους ιδεολήπτες, ομοϊδεάτες όλους του πνεύματος και της προσεγγίσεως του δυτικού τρόπου ζωής των αυτοκρατορικών διαταγμάτων του Τανζιμάτ (1839 και 1856).

Στο Πέρα, την περίοδο αυτή, εκκολάπτεται μία ξέχωρη λειτουργία ιδεών. Έχουν τη σφραγίδα και την έκφανση της εύγευστης ρωμαίικης διανόησης, αλλά και της καρποφόρας κοινωνικοκοινοτικής οργάνωσης και δράσης και συμπαραστάτριες, οι τάξεις του ενοριακού κατεστημένου: η μεγαλοαστική, η αστική, η εργατική.

Το «Πέγιογλου» λειτουργεί και εξαπλούται. Με άδειες της Υψηλής Πύλης πολλαπλασιάζει τους ναούς του –πρώτα «κατά το μέρος του Καλιοντζή Κουλούκ», υστερότερα κατά το Ταξίμ. Ανεγείρει τα περίλαμπρα Εκπαιδευτήριά του, καθιδρύει την ομογενειακή παρουσία του και συντελείται η ανάδυση μιας καινούργιας ιστορικής συνείδησης, με υπαρκτά τα κύτταρα και της παλιάς. Αυτή η επέκτασή του σε όλους τους τομείς της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ζωής, εγκαινιάζει και την περίοδο της ευημερίας του. Απόδειξη, τα ηχηρά ονόματα εθνικών ευεργετών και ανθρώπων του πνεύματος, της επιστήμης και της τέχνης.

Συνέχεια της άρχουσας εκείνης τάξης των Φαναριωτών, φορέων της διοικητικής, πολιτικής και πολιτιστικής εξουσίας, οι Λογάδες και οι Νεο-Φαναριώτες του Πέρα, εμφανίζονται με αξιώσεις. Έχουν πνευματική καλλιέργεια, κοσμοπολίτικη και εκλεπτυσμένη συμπεριφορά και ευστροφία στις σχέσεις με τους κρατούντες. Αυτοί είναι και οι ιδεολήπτες που μορφοποίησαν και το κοινωνικό τους μεγαλούργημα, τον ενοριακό προσανατολισμό τους από τη μία ενο-ρία της Παναγίας στην άλλη, από την Καφατιανή του Γαλατά στην Περατινή του Σταυροδρομίου και από μια πανάρχαια «πρωτοεκκλησιά» σ’ έναν Καθεδρικό Ναό με οραματισμούς: την Παναγία των Εισοδίων του Πέρα (1804).

Το «Πέρα» συγκροτήθηκε και το «Σταυροδρόμι» σχηματίσθηκε από το πολιτιστικό πύρωμα της Ρωμιοσύνης της Πόλης.

Αναπέτασε στον ιστό της την έκλαμψη της βούλησής της για έκτακτη προσφορά τίμιας δράσης, σύμφωνης και ανάλογης με τις περιστάσεις και με το παρελθόν της, με συνέχεια και καινισμό στη δημιουργική πορεία της.

Η Ρωμιοσύνη του Πέρα Ανύπαρκτες σχεδόν οι πηγές και ελάχιστες οι μαρτυρίες των ημετέρων ως προς την όχι ασφαλώς αμελητέα γραικική παρουσία στα υψώματα της Περαίας κατά τους πρώτους μετά την Άλωση αιώνες, σε μια περίοδο που από τους χρονικογράφους και ιστορικούς χαρακτηρίζεται «μαύρη» ως προς τα καθ’ ημάς, «κατά δε της οποίας την διάρκειαν παρήλθον γενεαί όλαι άνευ φιλολογικής και εν γένει γραπτού λόγου παραγωγής». Άλλωστε, η «εκκλησιαστικωτάτη» τότε άρχουσα τάξη των Ρωμαίων, οι λογιότατοι και ο κοσμικός κλήρος των Πατρι- αρχείων, συσπειρωμένοι στο Φανάρι και στα πέριξ του περιπλανώμενου Πατριαρχικού Οίκου και Ναού, όπου «ο Πατριάρχης, ως θρησκευτικός αρχηγός του Γένους των Ρωμαίων, έχαιρε ήδη δικαιωμάτων εθνάρχου», ελάχιστα ενδιαφερόταν για τις ημέρες και τα έργα των φραγκοφορεμένων που κατοικοέδρευαν στα υψώματα της έναντι περατικής συνοικίας.

Ο κύριος χρονογράφος των αιώνων αυτών, Δωρόθεος ο Μονεμβασίας, αναφερόμενος στα της Κωνσταντινουπόλεως, σιωπά τελείως ως προς το Πέρα, ενώ ελάχιστα και τα όσα καταγράφει ο Αλέξανδρος Κομνηνός Υψηλάντης, ο ιστορικός των μετά την Άλωση συμβάντων, προσηλωμένος ανέκαθεν στα δρώμενα του Φαναρίου και τις περιπέτειες των Φαναριωτών. Σπίτια, εργαστήρια, αγροί και χωράφια «εν τοις ορίοις του Μπέιογλου», ανήκοντα σε Ρωμιούς, αναφέρονται περιστασιακά σε πράξεις διάφορες και ασφαλώς ευχής έργο θα ήταν να ερευνηθούν κάποτε τα τυχόν σωζόμενα αρχεία της Παναγίας Καφατιανής, της πάλαι ποτέ πρωτοεκκλησιάς του Γαλατά, στης οποίας την πνευματική δικαιοδοσία υπαγόταν μέχρι το 1804 η αρτισύστατη ενορία των ορθοδόξων Γραικών του Σταυροδρομίου.

Σύμφωνα με κάποιους «ανεπίσημους» στατιστικούς πίνακες που είχαν εκπονήσει οι ελληνικές προξενικές αρχές στα μέσα του 1912, βάσει των οποίων, οι αριθμοί που αντιστοιχούσαν στη Ρωμιοσύνη του Πέρα υπολογίζονται στις 175.000, ενώ στις 364.459 ανέρχονταν οι Έλληνες της ευρύτερης περιοχής της Πόλης. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, τριάντα με σαράντα περίπου χιλιάδες εύποροι ομογενείς, «ένα σημαντικό τμήμα της elite του Πέρα και του Σταυροδρομίου, που αστόχαστα είχε εκτεθεί στα μάτια των Τούρκων, αναπτύσσοντας στενές σχέσεις με τις δυνάμεις κατοχής», θα εγκατέλειπαν την Κωνσταντινούπολη, φοβούμενοι την επικείμενη εισβολή των Κεμαλικών και τυχόν επανάληψη των γεγονότων της Σμύρνης. Το καθεστώς του Κεμάλ, που έσπευσε να τους χαρακτηρίσει ως «φυγάδες», δεν αναγνώρισε ποτέ το δικαίωμα επαναπατρισμού τους.

Στη διάρκεια της δεκαετίας του ’40, κατά τον Celik Gülersoy, η κοινωνική δομή της Περαίας έμελλε να αλλοιωθεί έτι αισθητά, αφ’ ενός μεν με τους λογής-λογής νεοπλουτίσαντες καιροσκόπους, που ξεπήδησαν μέσα από τις σκοτεινές μέρες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αφ’ ετέρου δε με τους πρώτους εξ Ανατολίας νεοαποίκους, που κατά κύματα ατελεύτητα έμελλε να κατακλύσουν στα μεταπολεμικά χρόνια τα μεγάλα αστικά κέντρα, υποβαθμίζοντας κυρίως το κοινωνικό σύνολο της άλλοτε πρωτεύουσας πόλεως.

Ειδικά για την εναπομείνασα Ρωμιοσύνη, στα συμβάντα που την ταλαιπώρησαν κυρίως κατά την περίοδο αυτή συγκαταλέγεται ο έκτακτος φόρος περιουσίας, το περιώνυμο «Βαρλίκι», που «απέβλεπε στην οικονομική εξόντωση των μειονοτικών» –μια «σκοτεινή σελίδα», κατά τον Faik Okte, που απετέλεσε «ένα ύστατο βρυκολάκιασμα μιας νοοτροπίας και διάθεσης διαρπαγής, που κυριαρχούσαν ανέκαθεν στα ιστορικά δρώμενα των Οθωμανών»– δευτερευόντως δε η πολυσυζητημένη εκείνη «στρατολογία των είκοσι ηλικιών», όλων μειονοτικών, που θα ήταν άδηλη η μοίρα τους στα αφιλόξενα βάθη της Ανατολής αν δεν μεσολαβούσε η εξάρθρωση των γερμανικών στρατιών προ των πυλών του Στάλινγκραντ.

Είναι γεγονός ότι η Ρωμιοσύνη θα επιβίωνε και μετά τα συμβάντα αυτά, με το Πέρα να επιμένει να παραμένει «ελληνικότατο».

Ο συγγραφέας, για πολλοστή ίσως φορά, θα ανατρέξει στα κείμενα του Αγγέλου Βλάχου, υποπροξένου στα μεταπολεμικά εκείνα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, κατά τον οποίον η ομογένεια, με το δυναμισμό που ανέκαθεν τη χαρακτήριζε, είχε ανακτήσει, «μέχρι ενός βαθμού», το αίσθημα της γαλήνης και ασφάλειας.

«Στους κεντρικούς δρόμους του Πέραν», σημειώνει, «δεν άκουγες παρά ελληνικά και τα περισσότερα καταστήματα ήσαν σε ελληνικά χέρια. Οι Τούρκοι δεν έδειχναν να ενοχλούνται από τη δραστηριότητα αυτή γιατί είχαν, απλούστατα, τη βεβαιότητα ότι, αν χρειαζόταν ποτέ, θα μπορούσαν με δυο τρία καλοζυγισμένα διοικητικά μέτρα να εκφοβίσουν τους ομογενείς που θα ζάρωναν πάλι, τι άλλο να κάνουν οι δύστυχοι…».

Την απαρχή της τελικής και οριστικής εξόδου για τον Ρωμιόκοσμο της Περαίας επισήμαναν τα τραγικά συμβάντα της νύκτας της 6ης προς 7η Σεπτεμβρίου του 1955. «Τα γεγονότα του φθινοπώρου εκείνου», γράφει ο Gülersoy, «με τις ευρείας κλίμακος δηώσεις και καταστροφές που έλαβαν χώρα σε διάστημα τεσσάρων ή πέντε ωρών, απετέλεσαν σταθμό στην ιστορία του Πέρα».

Την επόμενη δεκαετία και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 1964, το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας κατήγγειλε μονομερώς την ελληνοτουρκική σύμβαση του 1930, προβαίνοντας εν συνεχεία στη συστηματική απέλαση των Ελλήνων υπηκόων πολιτών της Κωνσταντινουπόλεως και στη δέσμευση των περιουσιών τους. Οι «απελάσεις» κατάφεραν καίριο και τελειωτικό πλήγμα στους ομογενείς, που αποτελούσαν ανέκαθεν ενιαίο κοινωνικό σύνολο, είτε ήταν πολιτογραφημένοι ως υπήκοοι Έλληνες, είτε είχαν την τουρκική υπηκοότητα, γεννημένοι όλοι στην Κωνσταντινούπολη και συνδεδεμένοι ανέκαθεν μεταξύ τους με στενούς οικογενειακούς, συγγενικούς ή επαγγελματικούς δεσμούς. «Ήταν επόμενο, λοιπόν, το σύνολο σχεδόν της ήδη αποδεκατισμένης και εξαρθρωμένης Πολίτικης Ρωμιοσύνης, στις αμέσως επόμενες δεκαετίες, να εγκαταλείψει οριστικά τα πάτρια εδάφη, θέτοντας τέρμα ουσιαστικά σε μια ιστορία και παράδοση αιώνων». Άλλωστε και το Σταυροδρόμι «του παλαιού καλού καιρού», σύντομα θα αποτελούσε για τη Ρωμιοσύνη -και όχι μόνο- μία νοσταλγική ανάμνηση.

 

Πηγή: ΠΕΡΑ, Το Σταυροδρόμι της Ρωμιοσύνης Εκδόσεις ΜΙΛΗΤΟΣ

Επιμέλεια: Λάμπρος Καραγεώργος

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: Ο Πόντος των Ελλήνων »